«-Ας πούμε πως ζούσαμε. Ας πούμε. Χωρίς αγάπη. Δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς αγάπη.» Αν η αγάπη ακούγεται ως αυτονόητο συστατικό των σχέσεων, τότε στην νέα ταινία του Andrey Zvyagintsev, φαίνεται πως ακόμα και η απουσία της μπορεί να αποτελέσει έναν εξίσου δυνατό λόγο για την παράταση τους. Όσο εύκολα εξάλλου, οι άνθρωποι σχετίζονται με αυτούς που αγαπάνε, τόσο δύσκολα αποσχίζονται από αυτούς που τους στερούν την αγάπη.

Οι ήρωες της ταινίας, από την Ζένια και τον Μπορίς, ένα ζευγάρι λίγο πριν τη λύση του γάμου τους, τους εραστές τους, τη μάνα της Ζένιας, τη μάνα της ερωμένης μέχρι τον μικρό Αλιόσα, τον γιό του ζευγαριού που εξαφανίζεται, παραμένουν σε όλη την διάρκεια της ταινίας, δυσλειτουργικά μεν, αλλά σταθερά δε, συνδεδεμένοι μεταξύ τους, με ένα βασικό παρονομαστή. Την απουσία της αγάπης.

«-Ένοιωθα κάτι σαν αηδία όταν τον γέννησα, ακόμη και τώρα όταν τον βλέπω νοιώθω ότι έκανα ένα ασυγχώρητο λάθος» ομολογεί η πρωταγωνίστρια με αξιοζήλευτη ειλικρίνεια και όμως αυτό δεν είναι (ποτέ) αρκετό για να παύσει να είναι το παιδί της.

Αν σκεφτεί κανείς εντούτοις, πως η απουσία, η έλλειψη, είναι πάντα ως ένα βαθμό επιθυμία για αυτό που λείπει, τότε φαίνεται πως δεν είναι η απουσία αυτή καθαυτή που λειτουργεί ως προβληματικά συνδετικός κρίκος των σχέσεων μεταξύ των ηρώων, αλλά η σπαραχτική επιθυμία τους για αγάπη. Αυτό που δεν διάβασα σε καμία κριτική της ταινίας, είναι αυτή η επιθυμία των ηρώων, σαν μικρά παιδιά, να αγαπηθούν.

«-Θέλω πολύ να είμαι ευτυχισμένη. Μ’ αγαπάς αλήθεια?» αγωνιά η πρωταγωνίστρια.

Οι ήρωες του Zvyagintsev, όπως και στις προηγούμενες ταινίες του, από το «The return» έως το «Leviathan», είναι βαθιά ανθρώπινοι, με πόθο και πάθη, θύτες και θύματα ταυτόχρονα, που «ας πούμε πως ζούνε» το μαρτύριο της ανθρώπινης ύπαρξής τους. Για να αγαπήσεις, πρέπει να ‘χεις λάβει αγάπη. Και για να λάβεις αγάπη, πρέπει να αγαπήσεις. Και μοιάζει η διαδοχή αυτή να μην έχει τέλος στην ιστορία τους, αφήνοντάς τους να εγκλωβισμένους σε ένα φαύλο κύκλο έλλειψης και επιθυμίας.

Έναν κύκλο που μοιάζει να ανατροφοδοτείται διαρκώς από τις σάρκες του. Οι γυναίκες της ταινίας, από το ζευγάρι που ενδιαφέρεται να νοικιάσει το σπίτι στην αρχή της πλοκής, έως το τελευταίο πλάνο με την γιαγιά και το νήπιο, είναι όλες μάνες ή κυοφορούσες, διασφαλίζοντας την διαιώνιση της ματαιότητας της ύπαρξης.

Η ιστορία εξελίσσεται στην σύγχρονη Ρωσία, που φέρει στις πλάτες της το δικό της υπαρξιακό δράμα. Το τραυματικό παρελθόν της, τα απομεινάρια μιας παλιάς Ρωσίας, αυταρχικής, τιμωρητικής, χωρίς ίχνος αγάπης για τα παιδιά της. Μιας παλιάς Ρωσίας αυστηρά θρησκόληπτης, που κατάφερε να επιβληθεί (και να επιβάλει) στα παιδιά της ένα δήθεν Χριστιανικό πλαίσιο ηθικής.

«-Το αφεντικό του έχει επιβάλει τον ορθόδοξο νόμο στην δουλειά. Προσλαμβάνεσαι μόνο αν είσαι παντρεμένος. Και φυσικά βαφτισμένος. Αυτή είναι η πολιτική της εταιρίας. Κανείς δεν χωρίζει με την γυναίκα του παρά μόνο λόγω ανωτέρας βίας, όπως θάνατος.» «-Πρέπει να σκεφτείς τον εαυτό σου, εδώ πατάμε επί πτωμάτων».

Σε αυτό το πλαίσιο, η σύγχρονη Ρωσία, προσπαθεί, όπως και οι ήρωες της ταινίας, να επιβιώσει, να βρει τον εαυτό της, να αγαπήσει και να αγαπηθεί, όντας όμως συναισθηματικά πληγωμένη από το παρελθόν της. Οι ήρωες βγάζουν selfies με τα κινητά τους και συνομιλούν μέσω Skype, φλερτάρουν αδιάκοπα και χτυπάνε τα ποτήρια τους στην υγεία της αγάπης, παρακολουθούν με απάθεια στην τηλεόραση μέσα στο πολυτελή διαμερίσματα τους τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Κι όμως ταυτόχρονα, στο ίδιο πλάνο, ψάχνουν με αγωνία, μέσα σε εγκαταλελειμμένα κτίρια – σύμβολα του παρελθόντος, τον μικρό Αλιόσα που έφυγε, αυτό που τους λείπει, αυτό που έχασαν.

Ο μικρός Αλιόσα δεν είναι το θύμα της ταινίας. Είναι ο μικρός ήρωας που βρήκε την δύναμη να κοιτάξει κατάματα, να κλάψει σπαραχτικά από τα πρώτα λεπτά της ταινίας, να πληγωθεί και να αποχωρήσει δραματικά από το μαρτύριο των υπολοίπων ηρώων. Γιατί πολύ απλά «Δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς αγάπη.