Σκηνοθεσια: Jim Jarmusch
Παίζουν: Johnny Depp, Gary Farmer, Crispin Glover
8.4Overall Score

Ο Τζιμ Τζάρμους είναι, κατά γενική ομολογία, από τους λίγους σκεπτόμενους Αμερικάνους δημιουργούς. Είτε σου αρέσουν οι ταινίες του, είτε όχι, πάντα καταφέρνει να σε αναστατώνει. Ακόμα και με τις τελευταίες του ταινίες, οι οποίες δείχνουν μιαν ιδεολογική και αισθητική κούραση, καταφέρνει να σου δώσει «δουλειά για το σπίτι» (Home work, όπως λέμε στα… ελληνικά)! Αφορμή για συζήτηση με τους φίλους ή και με τον εαυτό σου! (Ποτέ δε βλάπτει και μια τέτοια συζήτηση).

«Ο Νεκρός» γυρίστηκε το 1995 (επίσημη συμμετοχή στο Φεστιβάλ των Καννών 1996) και είναι το πιο σοβαρό, το πιο συμπυκνωμένο κινηματογραφικό σχόλιο που έχουμε δει, για την Αμερική του 19ου αιώνα! Με την οικονομία ενός ποιητή και με την ποιότητα ενός καλαίσθητου ζωγράφου, χωρίς κραυγές, με χιούμορ και με πίκρα, με κριτική, αλλά και με ύμνους για όσα καταγράφει, γεμίζει την οθόνη με νοήματα και συναισθήματα. Αν ο θεατής κουράσει κάπως τον εαυτό του, το ελάχιστο σε σύγκριση με την κούραση του δημιουργού, και παρακολουθήσει με σοβαρότητα και με διάθεση να εμβαθύνει στην ταινία, θα γευτεί τους πολύ πλούσιους και, γιατί όχι, διδακτικούς χυμούς της. Κάθε σκηνή, κάθε πλάνο είναι και ένα σχόλιο, μια κατάθεση, για το «στήσιμο» της Αμερικής. Και ο θεατής μαθαίνει…

Ένας λογιστής, ένα τρυφερός, χαριτωμένος και φιλήσυχος άνθρωπος (Τζόνι Ντεπ), ξοδεύοντας όλες τις οικονομίες του για ένα εισιτήριο στο τρένο, φεύγει από τη μια «άκρη» της Αμερικής και φτάνει στην «άλλη», όπου, όπως υπολογίζει, και όπως είχε συμφωνήσει, τον περίμενε δουλειά. Φτάνοντας δέχεται το πρώτο σοκ. (Και ο θεατής την πρώτη «πληροφορία». Οι γραπτές συμφωνίες δε γίνονται για να τηρούνται)!

Άφραγκος, πεινασμένος, χωρίς στέγη και χωρίς φίλους, δίνει τα τελευταία του σεντς για ένα μπουκάλι ποτό. Τα σεντς του φτάνουν για μικρό μπουκάλι (τέτοιο θα πάρει). Σε λίγο, έτσι που κουτσοπίνει έξω από το μπαρ, από το οποίο αγόρασε το μπουκαλάκι, του πετάνε, στην κυριολεξία, στα πόδια του μια πανέμορφη γυναίκα. Οι μεθυσμένοι άντρες, που την «πετάνε» έξω από το μπαρ, της φωνάζουν: «όταν ήσουν πουτάνα ήσουν καλύτερη» (τώρα πουλάει χάρτινα λουλούδια, που φτιάχνει η ίδια. Και είναι χειρότερη)!Ο λογιστής τρέχει κοντά στην κοπέλα. Τη σηκώνει, την περιποιείται. Εκείνη τον παίρνει στο δωμάτιό της. Μια γνωριμία, μια φιλία, ένας έρωτας, ίσως; Αυτά δε συμβαίνουν στην Αμερική. Σε λίγο στο δωμάτιο «μπουκάρει» ο πρώην φίλος της («τυχαία» είναι γιος του αφεντικού, που δεν κράτησε το γραπτό λόγο του). Σε μια έκρηξη ζήλιας τραβάει το πιστόλι του και πυροβολεί. Νεκρή η κοπέλα. Και ο λογιστής, χωρίς να έχει ξαναπιάσει όπλο στο χέρι του, αμυνόμενος, σκοτώνει τον πρώην με το πιστόλι της κοπέλας…

Αυτά είναι τα πρώτα δέκα με δεκαπέντε λεπτά από την ταινία! Δέκα με δεκαπέντε λεπτά, στα οποία ο Τζάρμους καταφέρνει να δείξει τις ηθικές, οικονομικές, ψυχολογικές, κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες της Αμερικής του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα. Σας είπα, κάθε σκηνή, κάθε πλάνο, είναι και ένα σχόλιο. Και εδώ να τέλειωνε η ταινία, θα ήταν ολοκληρωμένη! Ο θεατής θα καταλάβαινε!.. Ο Τζάρμους, όμως, προχώρησε. Έπιασε αυτόν τον φιλήσυχο πολίτη και τον «μετασχημάτισε» (ο ίδιος μετασχηματίστηκε από τις συνθήκες και το κοινωνικό περιβάλλον), σε έναν αδίστακτο πιστολέρο. Στην αρχή για άμυνα, στη συνέχεια για επιβίωση, αυτός που δεν ήξερε να πυροβολεί έγινε άσος στη σκόπευση! Οι άγριες συνθήκες της άγριας Δύσης, τον έμαθαν την άγρια γλώσσα που μιλάνε οι πολίτες! Τη γλώσσα του πιστολιού. (Εκατομμύρια Αμερικάνοι οπλοφορούν ακόμα και σήμερα. Και δεν είναι λίγοι αυτοί, ακόμα και σήμερα, που λύνουν τις διαφορές τους, όπως τις έλυναν τον 19ο αιώνα. Και οι αμερικάνικες κυβερνήσεις κάνουν το ίδιο, επίσης)!

Αλλά ο Τζάρμους, για να είναι ολοκληρωμένη η δουλειά του, δεν άφησε ασχολίαστο και το ζήτημα των Ινδιάνων! Με πολύ έξυπνο τρόπο, αλλά και με σοφία, ξεσκέπασε το έγκλημα, αποκάλυψε τις ευθύνες! Οι Ιθαγενείς πλήρωσαν σχεδόν με την εξαφάνισή τους, γιατί δε γνώριζαν τη γλώσσα που γνώριζαν οι εισβολείς (τη γλώσσα του όπλου). Οι έποικοι με σφαίρες και οι ντόπιοι με ακόντια! Νίκησε, βέβαια, η …τεχνολογία! («Υπερίσχυσε» η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων! Σημ. διάβασε – περισσότερο – σχετικά. Έχει ενδιαφέρον)! Ο Τζάρμους, βέβαια, στην ταινία του, με πόνο και τρυφερότητα, κάνει έκκληση να τελειώσει ο βίαιος 19ος αιώνας για την Αμερική. Θεωρεί ότι η Αμερική πρέπει, επιτέλους, να γυρίσει στον πολιτισμό και στη γνώση. Ότι τα όπλα πρέπει να μπούνε στα μουσεία. Η αμερικάνικη κυβέρνηση, όμως, οι αμερικάνικες κυβερνήσεις σωστότερα, εκφράζοντας το παγκόσμιο κεφάλαιο, δεν καταλαβαίνουν από καλλιτεχνικές – ανθρώπινες – ευαισθησίες και εκκλήσεις. Αυτές μιλάνε τη γλώσσα του πιστολιού, γιατί είναι η μόνη γλώσσα που γνωρίζουν! Είναι άνθρωποι και πολιτικές περασμένων αιώνων…

Θεωρώ την ταινία άκρως διδακτική και επίκαιρη! Η ιμπεριαλιστική βία της Αμερικής (Βιετνάμ, Ιράκ) είναι παιδί του ιμπεριαλισμού το δίχως άλλο, αλλά και παιδί του τρόπου που οικοδομήθηκε αυτή η χώρα. Η έλλειψη κουλτούρας, ομοιογένειας, ιστορικού παρελθόντος, κ.ά., επέτρεψαν να αναπτυχθεί ο ατομικισμός, ο παλικαρισμός, η λογική τού «ο θάνατός σου, η ζωή μου»! Στοιχεία «ιδανικά» για τη σημερινή επεκτατική Αμερική. Η εγγλέζικη ιμπεριαλιστική βία, ο ναζισμός δεν ήταν (και δεν είναι), βέβαια, λιγότερο βίαιοι. Η αμερικάνικη βία, όμως, δεν κρατάει ούτε τα προσχήματα! Απλώς τραβάει το πιστόλι και σκοτώνει. Και την ίδια ώρα οι «πιστολέρος» μεθάνε, βιάζουν, ρεύονται! (Και τραβάνε σε video τις ασχήμιες τους, για να τις δείχνουν στα εγγόνια τους)!

Η ταινία είναι σκόπιμα ασπρόμαυρη (εξαιρετική φωτογραφία). Και αυτό την κάνει να μοιάζει «εποχής» (και γι’ αυτό ακόμα πιο γοητευτική). Οι ηθοποιοί, πέρα από την καλή, πολύ καλή, και εξαιρετική υποκριτική τους, έχουν, με τη βοήθεια του μακιγιάζ, γίνει όλοι «χαρακτήρες». Ο καθένας από μόνος του αποτελεί ένα σχόλιο. Ένα σχόλιο που εκφράζει το εσωτερικό του ήρωα! Αλλά την ίδια στιγμή είναι μια εκφραστική καλλιτεχνική «φιγούρα». Θα δείτε, για παράδειγμα, πέρα από τον Τζόνι Ντεπ, και έναν καταπληκτικό (εμφάνιση και ερμηνεία) Ρόμπερτ Μίτσαμ. Αλλά και ο Ινδιάνος του Γκάρι Φάρμερ δεν πάει πίσω. Ο κάθε ήρωας, ακόμα και οι δεύτεροι και τρίτοι ρόλοι, είναι μια μικρή ψηφίδα ενός μεγάλου μωσαϊκού. Είναι ένα μικρό μέρος, μιας μεγάλης τοιχογραφίας που παριστάνει – και «εξηγεί» – την Αμερική του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα!