Σκηνοθεσια: Mark Cullen
Παίζουν: Bruce Willis, John Goodman, Jason Momoa
3.5Overall Score

Κάθε κινηματογραφική σεζόν εμφανίζονται μερικές ταινίες που είναι απορίας άξιο πώς πήραν το πράσινο φως από τα studios για να προχωρήσουν στην παραγωγή. Μια από αυτές της φετινής χρονιάς είναι και το «Κάποτε στην Καλιφόρνια» με τον Bruce Willis.

Με φόντο την πανέμορφη Venice beach και όχι τη Βενετία της γειτονικής μας Ιταλίας, για 94 ολόκληρα λεπτά βλέπουμε τον Steve Ford (Willis) να μπλέκει με όλους τους μαφιόζους της περιοχής σε καταστάσεις back and forth για να πάρει πίσω τον σκύλο του, τον οποίο έχουν κλέψει τα πρεζόνια της περιοχής από το σπίτι της ανιψιάς του μαζί με μια τηλεόραση, ένα x-box και ένα στερεοφωνικό. Για να το καταφέρει αυτό, ο Ford θα δανειστεί από έναν Εβραίο (Ken Davitian) και από τον κατεστραμμένο λόγω διαζυγίου κολλητό του (John Goodman), θα προσπαθήσει να ανατινάξει έναν «πρίγκιπα» και θα εμποδίσει έναν street artist (Tyga) να ζωγραφίζει στην πρόσοψη ενός οικοδομικού συγκροτήματος τον ιδιοκτήτη του σε άσεμνες πόζες, αφού πρώτα έχει τριγυρίσει όλη την περιοχή butt-naked πάνω στο πατίνι του…

«Τα λόγια είναι περιττά, την ώρα που το βλέπουμε» θα πω παραφράζοντας το γνωστό άσμα. Οι Rob και Marc Cullen συνέγραψαν και ο δεύτερος σκηνοθέτησε (για τρίτη φορά στη ζωή του – κάτι μας λέει αυτό) μια κωμωδία (;) που κουράζει παρά διασκεδάζει. Ο Bruce Willis υποδύεται έναν κουρασμένο και γερασμένο Hudson Hawk που κάνει skate με τα δωδεκάχρονα στην παραλία για να ξεσκάσει από τις υποθέσεις του γραφείου του (είναι ιδιωτικός detective, ο μοναδικός στη Venice). Παθαίνει κρίσεις από τον decaf και περιφέρεται σαν μπαλάκι του pinball ανάμεσα στα στέκια των μαφιόζων και των παρατρεχάμενών τους για να πετύχει αυτό που σε κάποια φάση φαντάζει αδιανόητο. Κάνει τις γνωστές μούτες και η μόνη προσπάθεια για να βγει γέλιο είναι μέσα από το ξύλο που δίνει και τρώει κι όχι από ατάκες. Τα μπλεξίματά του δε είναι τόσο πολλά που ο θεατής μπορεί να χάσει την μπάλα όσον αφορά το γιατί κάνει κάτι και με ποιον. Δαιδαλώδες και όχι επιτυχημένο. Την έλλειψη του κωμικού στοιχείου δεν μπορεί να αναπληρώσει ούτε το άλλο μεγάλο όνομα της ταινίας, ο John Goodman, που υποδύεται τον κολλητό του Ford και την περίοδο αυτή βασανίζεται από το διαζύγιό του και τη λύσσα της πρώην του να του τα αρπάξει όλα. Σε όλη σχεδόν τη διάρκεια της ταινίας ο Dave του Goodman είναι ένα άψυχο και χωρίς προσωπικότητα πλάσμα που απλά περιφέρεται. Στο τέλος παίρνει μπρος και κάτι γίνεται, αλλά ώς τότε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η μαύρη τρύπα της ταινίας. Μοναδική αχτίδα φωτός είναι ο βοηθός του στο γραφείο (και αφηγητής της ταινίας), John (Thomas Middleditch). Έχει όλες τις ατάκες που φέρνουν χαμόγελο στα χείλη καθώς ειρωνεύεται το αφεντικό του 24/7, κάτι που μας δείχνει πως και στο σύμπαν της ταινίας ο πρωταγωνιστής είναι καρικατούρα χαρακτήρα και όχι μόνο στα μάτια των θεατών, που θα περίμεναν σίγουρα κάτι καλύτερο από τον Willis, ακόμη και στην κωμωδία. Έκπληξη αποτέλεσε η cameo εμφάνιση της Famke Janssen στον ρόλο της needy φρεσκοχωρισμένης αδερφής του Ford, Katey.

Η κωμική περιπέτεια στην οποία δέχτηκε να πρωταγωνιστεί ο Willis έχοντας στο πλευρό του πλειάδα πολύ γνωστών αλλά όχι πρωτοκλασάτων ηθοποιών σε μικρούς και μεγάλους ρόλους (Momoa, Goodman, Janssen, Davitian, Goldberg, Penn, Gardell) μάλλον δεν του βγήκε αυτό ακριβώς που περίμενε ή του είχαν περιγράψει. Δεν πειράζει Bruce, την επόμενη φορά. Τουλάχιστον απ’ αυτήν την ταινία μας έμειναν οι υπέροχες εικόνες της Venice όλες τις ώρες της ημέρας και της νύχτας!