Σκηνοθεσια: Simon Stone
Παιζουν:Geoffrey Rush, Nicholas Hope, Sam Neill
6.5Overall Score

Όταν ο Κρίστιαν επιστρέφει στην μικρή πόλη που μεγάλωσε μετά από 15 χρόνια για να παραστεί στον δεύτερο γάμο του πατέρα του, θα ανακαλύψει παλιά κρυμμένα μυστικά για την οικογένεια του, που θα αναστατώσουν όλους όσους είχε αφήσει πίσω του. Αν και δύσκολα μπορεί κανείς να ισχυριστεί πως ο Κρίστιαν είναι ο πρωταγωνιστής αυτής της ιστορίας, είναι σίγουρα ο ιθύνων νους που σπρώχνει το κουβάρι για να ξετυλιχθεί η ιστορία που λέγεται «Η Κόρη».

Η ταινία (με αρκετές φεστιβαλικές στάσεις) μας έρχεται από την μακρινή Αυστραλία που όμως αν εξαιρέσεις την προφορά των ηθοποιών θα μπορούσε κάλλιστα να έχει γυριστεί κάπου στην βόρεια Ευρώπη και αυτό γιατί η εκπληκτική κινηματογράφιση δεν θυμίζει τίποτα από την φωτεινή –και συνήθως γραφική- Αυστραλία που έχουμε συνηθίσει απο άλλες ταινίες. Εδώ ο διευθυντής φωτογραφίας Άντριου Κομμις δημιουργεί κλειστοφοβικά κάδρα για σχεδόν όλους τους χαρακτήρες που έχουν μυστικά και πολύπλοκο παρελθόν. Παράλληλα παίζει με θερμά χρώματα όποτε η σκηνή απεικονίζει αισθήματα στοργής, αγάπης, οικογενειακών σχέσεων και με ψυχρά χρώματα όποτε αναδύονται στο προσκήνιο στιγμές αποξένωσης και κοινωνικών αντιθέσεων. Πραγματική έμπνευση: Όσο αυτή η παλέτα συναισθημάτων ξετυλίγεται, τόσο τα χρώματα τείνουν να στερεύουν.

Το σενάριο εύκολα προδίδει την θεατρική του ρίζα (η θεατρική αγριόπαπια του Χένρικ Ίψεν) και οι συνειρμικές συνδέσεις με το πρωτότυπο έργο κάνουν προβλέψιμη την τριγωνική Ιψενική εξέλιξη. Ο πρωτοεμφανιζόμενος σκηνοθέτης Σιμόν Στόαν κάνει μεγάλη προσπάθεια να ξεπλύνει το άρωμα «σανιδιού» σε κάθε σκηνή αλλά και μαζί με την μοντέρ Βερόνικα Τζενετ δημιουργούν σκηνές ασύγχρονου λόγου. Έτσι μετατρέπουν κάποιους διάλογους σε αφηγηματικό λόγο. Τεχνική που αρχικά έχει ενδιαφέρον ως προς την εξέλιξη της δράσης -τουλάχιστον στο πρώτο ημίωρο της ταινίας- κάτι που όμως αρχίζει να γίνεται κουραστικό για ένα κοινό που δεν προετοιμαστεί να παρακολουθήσει την διασκευή ενός θεατρικού έργου. Πολύ εύστοχα τουλάχιστον, αποφεύγει να ξαναχρησιμοποιήσει την ίδια τεχνική προς το τέλος της ταινίας.

Οι ερμηνείες είναι αξιόλογες άλλα αυτή που ξεχωρίζει από το πλήθος είναι εκείνη της κόρης Οντέσσα Γιάνγκ που ήταν μόλις 16 ετών όταν γυριζόταν η ταινία και παρόλο το δύσκολο ρόλο της, είναι η μόνη που πείθει πως προσπαθεί να υπηρετήσει την κινηματογραφικότητα του ρόλου της. Αυτό το νέο ταλέντο με το τόσο εκφραστικό πρόσωπο σίγουρα θα μας απασχολήσει στο μέλλον.