Σκηνοθεσια: Bill Condon
Παιζουν: Emma Watson, Dan Stevens, Luke Evans
5.8Overall Score

Για ποιό λόγο αγαπάμε τα παραμύθια εκτός απο τις προφανείς συνδέσεις με το παρελθόν; Ο Τζόζεφ Κάμπελ υποστηρίζει ότι οι μύθοι ως ψυχολογικός καμβάς της αχαρτογράφητης ψυχής μας, μας επιτρέπουν να ξεπεράσουμε το λογικό νου και ταξιδεύοντας στο υποσυνείδητο, να γνωρίζουμε εκ νέου τον πραγματικό εαυτό μας, τον ανέγγιχτο από τα κοινωνικά «πρέπει» και τις πεποιθήσεις.

Πριν λίγα χρόνια το παιδικό και εφηβικό κοινό της Γαλλίας είχε μια ακόμα γαλλική μεταφορά με τη Λέα Σεϊντού και τον Βενσάν Κασέλ (2014) που φρέσκαρε λίγο το μύθο. Η γενιά των 30 και κάτι αγάπησε το μύθο της πεντάμορφης και του τέρατος μέσα από την ταινία κινουμένων σχεδίων της Disney (1991). Μια γενιά πριν, είχε έρθει σε επαφή με τους χαρακτήρες μέσω της παραφρασμένης απόδοσης του μύθου από την τηλεοπτική σειρά (1987)… και τράβα κορδόνι. Ένα είναι σίγουρο: Η πεντάμορφη και το τέρας, το παραμύθι που στερείται πριγκηποπούλας υπάρχει στις μεγάλες οθόνες από τις πρώτες ολοκληρωμένες ταινίες μυθοπλασίας *(με πιο γνωστή κινηματογραφική απόδοση αυτή του Ζαν Κοκτώ το 1946) και όχι αδικαιολόγητα.

Η Disney της Marvel, των Lucas Film, της Pixar και των δικών της κλασσικών και συγχρονών δημιουργιών ξέρει ότι τα πολλά χρήματα που πηγάζουν από τον κινηματογράφο είναι από την επαναξιοποίηση -σε βαθμό απόσταξης- αγαπητών χαρακτήρων μέσα απο το εμπόριο προϊόντων και σίκουελ: τα προϊόντα είναι η ζωντανή διαφήμιση που έχει ο καθένας στο σπίτι του, ένα facebook παλιάς κοπής, μια θρησκεία που συνδέει πιστούς με το θεό τους. Ο Αριστοτέλης Ωνάσης το είχε αποδείξει με τα ασημένια κουτάλια που με συνέπεια έκλεβαν οι επιβάτες σε κάθε πτήση της Ολυμπιακής. Αντί όμως ο πανέξυπνος επιχειρηματίας να σταματήσει αυτή την παρανομία, έκλεινε τα μάτια του γιατί πια κάθε σπίτι επιβάτη διαφήμιζε στους καλεσμένους την εταιρία του πάνω στο κουταλάκι που συνόδευε μια κούπα τσάι ή καφέ. Η Disney φυσικά δεν έχει τη “φιλανθρωπία” ή την κατανόηση στα κουσούρια της Ελληνικής φυλής. Πουλάει αδρά και αφαιμάζει κάθε χαρακτήρα που το πνευματικό του δικαίωμα της ανήκει για μεγάλο η μικρό διάστημα.

Η «Πεντάμορφη και το Τέρας» ανήκει ακριβώς στην κατηγορία που περιέγραψα λίγο πιο πάνω. Σαφέστατα είναι κλάσεις ανωτερη απο την αψυχολόγητη μεταφορά της «Σταχτοπούτας» και την κακογουστη *(στην ουσία και όχι το art direction) «Μaleficent». Αυτή Πεντάμορφη όμως είναι εξολοκλήρου ένα προϊόν μάρκετινγκ και όχι ένα τολμηρό πείραμα με αποτέλεσμα να μην έχουμε ανάλογες εκπλήξεις όπως τότε που ανέθεσε στην Γκλεν Κλόουζ να υποδυθεί την Κρουέλα Ντε Βιλ στην κινηματογραφική απόδοση από τα «101 Σκυλιά της Δαλματίας». Η Πεντάμορφη όμως στερείται της κατάλληλης υποδομής ούτως ώστε το remake της, να μεταμορφωθεί εν τη γενέσει του, σε κλασσικό δημιούργημα.

Μετά από μία δραματουργικά ανούσια εισαγωγή -με ένα καινούριο εξίσου ανούσιο τραγούδι- ξεκινάει η ξενάγηση μας στην ιστορία. Το χωριό της Μπελ, λίγο αργότερα, ζωντανεύει μπροστά στα μάτια μας με μεγάλη ακρίβεια, τόση ακρίβεια που όσοι μεγαλώσαμε με την πρωτότυπη ταινία συγκινούμαστε με τις αναμνήσεις που φέρνει στην επιφάνεια. Στιγμές αργότερα γνωρίζουμε τους χαρακτήρες του χωριού *(και τους μαγεμένους του παλατιού) και εκεί γίνεται εμφανές ότι ακόμα και οι χαρακτήρες που μεταμορφώθηκαν σε “έμψυχα αντικείμενα” μοιάζουν όμορφοι ώστε το πολυεπίπεδο σχόλιο για την ομορφιά να είναι κατανοητό σε μύστες και πρωτάρηδες.

Οι εκπτώσεις αρχίζουν όταν αναγνωρίζεις μια σειρά από σκηνές που για δραματουργικούς λόγους έχουν αλλοιωθεί και το ανείπωτο “πως με βρήκες” δεν θα απαντηθεί ως αιώνια και ισόβια καταδίκη για ένα τριαντάφυλλο που μέρα με τη μέρα μαραίνεται… Σε κάθε ιστορία το χρονοδιάγραμμα είναι αυτο που κινεί τη δράση, δεν το λέω εγώ αλλά ο Χίτσκοκ. και η ιστορία τις «Πεντάμορφης και το τέρας» έχει από μόνη της ένα τριαντάφυλλο που στην ουσία είναι ωρολογιακή βόμβα. Κάθε πέταλο ένα τικ τακ, πολύ πιο οδυνηρό από αυτά του χαρακτήρα “τικι-τάκα” (άλλος έχει το όνομα και άλλος τη χάρη).

Όσο προχωρούν οι σκηνές της ταινίες, αναγνωρίζεις ότι η Έμμα Γουάτσον είναι η ομορφότερη Βelle που «αιχμαλωτίζει» το βλέμμα και κυριαρχεί στην οθόνη αλλά είναι στενάχωρο που φωνητικά στερείται ανάλογων δυνατοτήτων που απαιτεί αυτό το δύσκολο σε ερμηνεία μιούζικαλ. Τα νέα τραγούδια ενώ δίνουν βάθος στους χαρακτήρες δεν θυμίζουν την υπέροχη μουσικότητα της πρωτότυπης δημιουργίας και στην ουσία αυτό που προσθέτουν στην αφήγηση είναι αναμασημένος επαναπροσδιορισμός συναισθημάτων.

Αυτή η ταινία μαζικής κατανάλωσης εστιάζει εμφανώς στο ζητούμενο “Μην κρίνεις από τις πρώτες εντυπώσεις” παρά στο πιο ουσιαστικό «η ομορφιά είναι εκ των έσω». Στερείται αυθορμητισμού ή παραμυθένιου ρυθμού (ανάλογο αυτού που είχε το animation ή η θεατρική απόδοση της ταινίας που αναφέραμε). Μπορεί να έχει μια μυθοπλαστική πρόθεση -που δείχνει ότι η Disney πήρε στα σοβαρά αυτό το εγχείρημα- όμως η πραγματική μαγεία είναι ξόρκια και εφέ εντυπωσιασμού, όχι ποίηση και ταξίδι στο μύθο.

Υπέροχος ο νέος Γκαστόν (Λουκ Έβανς) που σαρκάζει και σαρκάζεται μέσα από τον ρόλο του μορφονιού που μέσω του gay βοηθού του Λεφού, δωροδοκεί ώστε να εισπράττει κολακείες. Η φωνή του ήταν φτιαγμένη για αυτό το ρόλο και η προϋπηρεσία του στο West Εnd δεν μπορεί να αμφισβητηθεί στιγμή.

Ο Κέβιν Κλάιν υποδύεται τον Μορίς, τον πατέρα της Μπέλ και απογοητεύει από τη στιγμή της εμφάνισης του. Διεκπεραιωτικός σε κάθε πλάνο, είναι μακριά από την εικόνα του στοργικού μορφωμένου επιστήμονα που ζει στον κόσμο που θα ήθελε ο ίδιος να πλάσει.

Για όποιον δεν έχει δει την πρωτότυπη ταινία της Disney είναι σίγουρα ένα φαντασμαγορικό θέαμα που -μπορεί να μην φτάνει σε ομορφιά και ενέργεια το πρώτο αλλά – έστω είναι μια computer generated δημιoυργία που στιγμή δεν προσβάλλει το νεανικό κοινό. *(Αξίζει να αναφερθεί ότι οι cg λύκοι είναι άκρως κακοφτιαγμένοι). Το πολύ σκονισμένο χρυσό χρώμα στο μπαρόκ ροκοκό τεχνητό ντεκόρ κουράζει ελάχιστα το μάτι και η εξτραβαγκάντζα στις εναλλαγές φωτεινών και σκοτεινών επιπέδων θα μπορούσε να είναι περισσότερο μετρημένη.

Πάντως είναι συγκινητικό ότι ο Έλληνας σεναριογράφος Ίβαν Σπιλιοτόπουλος κάνει μια εσωτερικής κατανάλωσης αναφορά στα ελληνικά βιβλία που δεν μπορεί να διαβάσει το τέρας αλλά επίσης αδυνατεί να μην έχει στην πλούσια βιβλιοθήκη του.

Όσο πλησιάζουμε στην απάντηση του ερωτήματος αν μπορεί κάποιος να είναι ευτυχισμένος αν δεν ειναι ελεύθερος, αισθάνεσαι πάντως κούραση από την υπερπροσπάθεια να δημιουργηθεί μια αρεστή σε κάθε μερίδα κοινού ταινία.

Κλείνοντας να αναφέρω ότι η μετάφραση των τραγουδιών στην πρωτότυπη έκδοση μάλλον βασίζεται στη μεταγλώττιση της ταινίας και προσωπικά το θεωρώ λανθασμένη επιλογή δεδομένου ότι η υπόλοιπη απόδοση του κειμένου είναι άξια επαίνων.

 

Ευχαριστούμε τον Αλέξανδρο Ρωμανό Λιζάρδο για την ευγενική παραχώρηση του κειμένου του.