Απο τους: Α. Ρ. Λιζάρδο και τον Παναγιώτη Γάκη

Τι μπορείτε να θεωρήσετε ως τέλειο πορτραίτο; Ο Στάνλεϊ Τούτσι άφησε την υποκριτική για να πειραματιστεί ξανά ως σκηνοθέτης με την ιστορία του Αλμπέρτο Τζακομέττι (Τζέφρι Ρας) ενός σπουδαίου Ελβετού ζωγράφου με ιταλική καταγωγή που ταλαιπωρούσε μεθοδικά τα μοντέλα του στην προσπάθεια του να εστιάσει σε μια υποκειμενική τελειότητα. Οι έρωτες της ζωής του, οι παράλληλες σχέσεις αλλά και η γοητεία που ασκούσε -ανεξαρτήτως φύλου- εξηγεί το πως η προσωπικότητα ενός ανθρώπου μπορεί να μετουσιωθεί σε χρώματα και να αποτυπωθεί στον καμβά.

Βασισμένη στο βιογραφικό βιβλίο του Τζέιμς Λορντ «Ένα Πορτρέτο του Τζακομέτι», η ταινία γίνεται η καταγραφή ενός ημερολογίου στιγμών όπου δυο χαρακτήρες υποκινούμενοι απο την αμφιβολία, βιώνουν μια προκλητική, άκρως ενδιαφέρουσα και πολύ έντονη Πλατωνική σχέση. Από τη μία ο βιογράφος του Τζέιμς Λορντ (Άρμι Χάμερ) που πείθεται από τον ιδιότροπο καλλιτέχνη να ποζάρει για δυο μόλις μέρες σαν μοντέλο του. Καθώς όμως ο χρόνος φιλοτέχνησης του πορτρέτου αρχίζει να μακραίνει βασανιστικά, ο Λορντ θα αφήσει λεπτές πτυχές της προσωπικότητά του να βγουν στο φως έστω… υπαινικτικά! Ερωτικές ιδιομορφίες προς τις οποίες όμως, αν και η στάση ζωής του ζωγράφου είναι αντίθετη, οδηγούν την φιλία τους σε ένα καινούριο μονοπάτι. Η αγάπη και η εκτίμηση που συνδέει τους δυο άντρες ενισχύεται από ένα πρωτόγονο ηλεκτρισμό, δημιουργώντας ένα δεσμό που χωρίς να πασπαλιστεί ποτέ από την χρυσόσκονη του Έρωτα παραδίδεται σχεδόν αμαχητί σε μια σχέση υποταγής προς κάτι αν όχι κατά πολύ ανώτερο, τουλάχιστον απόλυτα ιδανικό: την Τέχνη!

Το αληθινό αυτό περιστατικό μεταξύ του του Τζακομέττι και του Λορντ λαμβάνει χώρα κάπου στη δεκαετία του 60. Πίσω από την κάμερα ο γνωστός σταρ Στάνλεϊ Τούτσι δέκα χρόνια μετά την πρώτη του σκηνοθετική απόπειρα επανέρχεται με μια πολύ πιο φιλόδοξη ταινία, τοποθετώντας την σε ένα φορμαλιστικό -βασισμένο στη δομή των γαλλικών αβαν γκαρντ ταινιών- περιβάλλον. Η προσπάθεια του όμως να υπηρετήσει όσο πιστότερα γίνεται ένα κινηματογραφικό είδος που προϋπήρχε, όχι απλά σαν «φόρο τιμής» αλλά επιλέγοντάς το σαν προσωπική κινηματογραφική διάλεκτο, κατά την άποψή μας, γίνεται εις βάρος της κατάθεσης μιας ιδιαίτερης αισθητικής και ατομικής σφραγίδας στην κινηματογράφιση. Η αίσθηση του ατελούς διατρέχει την ταινία, άλλοτε μεροληπτώντας ανοιχτά υπέρ του κεντρικού ήρωα και άλλοτε αστοχώντας τελείως ξεπέφτει σε στιγμές ουδέτερης αμηχανίας. Το ίδιο συμβαίνει και με τη μουσική φλυαρία που όταν δεν αποτυγχάνει απλώς να καθοδηγήσει το συναίσθημα του θεατή σε κάνει κάποιες στιγμές να απορείς με τις τόσο λανθασμένες επιλογές.

Πέρα όμως από τις όποιες επί μέρους αδυναμίες ο Τούτσι καταφέρνει να μπολιάσει την ταινία του με ένα ισχυρό μήνυμα που διατρέχει την ταινία από την αρχή μέχρι το τέλος: Πως ένας γνήσιος καλλιτέχνης έχει την δύναμη να επαναπροσδιορίζει όχι μόνο την όψη του κόσμου μας αλλά και να αναγεννά δημιουργικά την έννοια της ελπίδας. Ο δημιουργός σπάνια επιτρέπει στην ελπίδα να γίνεται η έμπνευσή του, γιατί αυτό το αίσθημα τον οδηγεί τελικά στο μαρασμό και την παραίτηση. Εξαίρετη η παρουσία του ώριμου εκφραστικά Τζέφρι Ρας που επιβεβαιώνει ακόμη μια φορά την κορυφαία του ερμηνευτική κλάση σε ένα δύσκολο ρόλο με ιδιαίτερες απαιτήσεις!

Clemence Poesy

Armie Hammer – Stanley Tucci

Ευχαριστούμε τον Αλέξανδρο Ρωμανό Λιζάρδο για την ευγενική παραχώρηση του κειμένου του.