Σκηνοθεσια: John Hamburg
Παιζουν: Zoey Deutch, James Franco, Tangie Ambrose
4.5Overall Score

Ο σύντροφος της κόρης του, τον έχει εξοργίσει, όχι μόνο για την ανεξέλεγκτη αναίδεια του αλλά για την αβίαστη προσπάθεια του να εξισώσει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Όταν θα μάθει δε ότι θα ζητήσει την κόρη του σε γάμο, τότε θα αναρωτηθεί –διόλου αδικαιολόγητα- αυτό που προτάσσει ο τίτλος: «Γιατί αυτόν»; Αυτή του η απορία δεν θα παραμείνει εφησυχασμένη με όρους πολιτικής ορθότητας, θυμίζοντας του πως όταν εκείνος ήταν νεαρός, οι προθέσεις του δεν ήταν τόσο σοβαρές ή αθώες όσο σήμερα.

Η προβλεπόμενης εξέλιξης χριστουγεννιάτικη κωμωδία μπορεί να είναι σε γενικές γραμμές διασκεδαστική αλλά στο σύνολο της δεν τη λες εμπνευσμένη. Για ακόμα μία φορά ο Τζέιμς Φράνκο επιλέγει τα γνωστά μονοπάτια της χαλαρής υπερβολής που διακρίνει τις περισσότερες ερμηνείες του και στιγμή δεν εκμεταλλεύεται το υποκριτικό άλλοθι που του προσφέρει απλόχερα ο Μπράιαν Κράνστον του Breaking Bad, που παραθέτει δείγματα από το -άγνωστο σε πολλούς μας- κωμικό του ταλέντο.

Σαν ένα ταξίδι από το οικογενειακής κοπής Μίσιγκαν στην Καλιφόρνια της καινοτομίας είναι το αναξιοποίητο και με περιορισμένη έμπνευση «Γιατί αυτόν;», ένα ταξίδι καταπιεσμένου θυμού που λύνεται με φωνές και παράλογες αντιδράσεις. Είπαμε: «σε ζητήματα καρδιάς, συζήτηση κομμένη», αλλά για τις ανάγκες μιας κριτικής κωμωδίας θα τρώγαμε το σιχτίρ πιλάφι –και αν πετύχαινε η συνταγή ίσως γλύφαμε και το πιάτο-. Το «Γιατί αυτόν;» έχει μια πολύ ενδιαφέρουσα βάση οικογενειακής κωμωδίας, αφού το κεντρικό στόρυ –που στη συνέχεια θα υποσκιαστεί από τα κωμικά γκαγκ που απαιτεί το είδος της φάρσας- προσφέρει έδαφος για χιουμοριστική κριτική κοινωνιολογικών προεκτάσεων. Το κυρίαρχο ερώτημα που θα τεθεί λοιπόν στα πρώτα λεπτά της ταινίας είναι πως οφείλεις να αποδέχεσαι τις αλλαγές στη ζωή σου και να εξελίσσεσαι και εσύ –συν τω χρόνω- με αυτές. Αυτό το ερώτημα όμως για τον εμπνευστή της ιστορίας Jonah Hill δεν είναι σημαντικό να απαντηθεί με αποτέλεσμα ο κόσμος των ιδεών που χαρακτηρίζει τη νέα γενιά να μην μπορεί ουσιαστικά να συγκρουστεί με την παλιότερη που πιστεύει ότι κάθε αγαθό προκύπτει με σκληρή χειρωνακτική δουλειά και αφοσίωση.

Πόσο στενάχωρο είναι να υπάρχει η ιδέα και απλά να χάνεται από έλλειψη ενδιαφέροντος να αναπτυχθεί! Μόνο με την αξιοποίηση αυτών των πληροφοριών θα είχαμε και μία ακόμα –συμπληρωματική- κωμική βάση, ικανή να προκαλέσει γέλιο μέχρι δακρύων σε πιό δύσκολο κοινό, δηλαδή μέσα από τις μεταλλάξεις των αξιών ανά γενιά να παρατηρούσαμε τη μετάβαση από την εποχή του χειροπιαστού στην εποχή του ψηφιακού, εκεί που τέχνη και πολιτισμός αναλύονται με λιγότερο αντικειμενικά κριτήρια. Σε μια τέτοια φόρμα ένα τόσο δα μικρό ψέμα σαν αυτό που λέει ο Νεντ για να διατηρήσει την οικογενειακή γαλήνη, θα ήταν ικανό να εκκινήσει μια πυρηνική βόμβα αστείων με την παράδοση να προσπαθήσει μέσα από ψέματα να καλύψει τα ρήγματα στο οικοδόμημα συνύπαρξης 3 γενιών, χωρίς να δέχεται με ενδοσκόπηση να αναγνωρίσει ότι τα θεμέλια του παλιού οικοδομήματος έχουν καταρρεύσει. Οι παραπάνω επιλογές τελικά οδήγησαν το πολλά υποσχόμενο σενάριο, στο πολυφορεμένο/τερτιμένο αποτέλεσμα ότι πατέρας και μέλλοντας γαμπρός έχουν την κόρη-ερωμένη ως αντικείμενο ιδιοκτησίας. Και τί θα κάνουν μόλις και οι δύο αναγνωρίσουν την ευθύνη τους από την ηρωίδα/τρόπαιο; Φυσικά θα υποχωρήσουν ανοιχτόκαρδα για να φτάσουν στο επιθυμητό «3 το λάδι, τρεις το ξύδι».

Η παρουσία των Kiss στις τελευταίες σκηνές (δεν είναι spoiler με κομβική σημασία) λυαίνει τις άκρες σε μια ιστορία που έχει αναλωθεί σε λεκτικές συγκρούσεις με τις λέξεις «διπλοτσούτσουνος» και «βυζάκια» σε έναν επαναπροσδιορισμό σχέσεων των τριών γενιών μέσω Ιαπωνικών τουαλέτων που κάνουν τη «βρώμικη δουλειά» χωρίς χαρτί υγείας. Έχοντας ταξιδέψει πρόσφατα στην Ιαπωνία, μπορώ να σας πω με βεβαιότητα ότι το γαργάλημα του μπιντέ μιας τέτοιας τουαλέτας θα σας κάνει να γελάσετε κατά κάτι τις περισσότερο από ότι αυτή η ταινία στο σύνολό της. *(επίσης μην εναποθέσετε τις ελπίδες σας για γέλιο στη Μέγκαν Μουλάλυ, που από τις πολλές πλαστικές δεν μπορείτε να την αναγνωρίσετε πιά)

**Ευχαριστούμε τον Αλέξανδρο Ρωμανό Λιζάρδο για την ευγενική παραχώρηση της κριτικής του