Σκηνοθεσια: Θοδωρης Αθεριδης
Παιζουν: Θοδωρης Αθεριδης, Σμαραγδα Καρυδη, Αλκις Κουρκουλος, Μαρια Ναυπλιωτου, Μακης Παπαδημητριου, Γιαννος Περλεγκας, Ευαγγελια Συριοπουλου
7Overall Score

Καμία φιλία εντός μικροαστικού πλαισίου δεν αντέχει σε ουσιαστική έκθεση γιατί πολύ απλά τα μικρά ψέματα είναι αυτά που ή κάνουν τις ζωές καθενός μέλους να έχει ενδιαφέρον ή η ανετοιμότητα των μελών να πάρουν την ευθύνη κάθε πράξης τους αφήνοντας την αλήθεια πίσω από κάθε σκιερή σελίδα της ζωής τους βοηθάει την επιπόλαιη και ανεδαφική φιλία τους.

Η νέα ταινία του Θοδωρή Αθερίδη, σαφέστατα η πιό ώριμη από τις προηγούμενες σκηνοθετικές δουλειές του, βρήκε έτοιμα θεμέλια και οδηγό κατασκευής στο κινηματογραφικό department του ΙΚΕΑ. Τί θέλω να πω; Με έτοιμη ιστορία (που χρειάστηκε προσαρμογή στην ελληνική γλώσσα), σκηνοθετικές (ως προς την κινηματογράφηση) οδηγίες, ρυθμό τελικού μοντάζ (από την πρωτότυπη ταινία) αλλά και συνεργάτες λίγο ως πολύ γνωστούς και αγαπημένους, χτίζει εκ νέου το κατασκεύασμα που στα ιταλικά ονομάζεται Perfetti Sconosciuti που δείχνει ακριβώς σαν αυτό της ιταλικής βιτρίνας όμως με ελληνική επιγραφή και αέρα.

Μια παρέα φίλων με σχηματική εξοικείωση που απολαμβάνουν την πολιτική ορθότητα των επαφών τους, βρίσκονται μαζεμένοι σε ένα σπίτι για φαγητό μια νύχτα έκλειψης. Οι τεταμένες σχέσεις όλων δεν είναι δύσκολο να εκτεθούν από μικρές αποσπασματικές λεπτομέρειες: Τη μητέρα του ενός στο σαλόνι που άθελα της διαταράσσει την οικογενειακή γαλήνη, τα προφυλακτικά στην τσάντα της ανήλικης κόρης του άλλου ζευγαριού, τις αντιδράσεις στην πιθανή εγκυμοσύνη του ενός εκ των δύο στο άλλο ζευγάρι αλλά και τον καλεσμένο που αναμενόταν να έρθει με παρέα και ήρθε μόνος του. Οι μπρουζουά –με όρους Μπουνιουέλ- ζωές τους θα αρχίσουν να πάλλονται σε άλλες συχνότητες όταν θα τελεί το ερώτημα του «Αγάπα με αν τολμάς»: όταν σκέφτονται ένα παράξενο, παιχνίδι: Cap ou pas cap?

Όλα τα smartphone τοποθετούν στο τραπέζι και οι συνδετημόνες μοιράζονται τα μηνύματα και τις κλήσεις που λάμβαναν εκείνη τη βραδιά με όρους ηλεκτρονικής ρωσικής ρουλέτας. Η ειλικρίνεια δεν υπάρχει μεταξύ κατεργαρέων γιατί οι συμμετέχοντες σε αυτό το πανηγύρι δεν έχουν μάθει ούτε τη σημασία του να κάνουν ένα βήμα πίσω και να παραδέχονται τα λάθη τους, ούτε τη σημασία της ιδιοτικότητας μακριά από τα μαύρα καθρεφτάκια (κινητά) που έχουν φτιαχτεί για να ρουφάνε την εικόνα που επιλέγουμε να κρατάμε μακριά από τα φώτα της οικογενειακής δημοσιότητας. Η ενδιαφέρουσα μεταφορά της ιταλικής κωμωδίας δωματίου που έκανε θραύση (όχι αδικαιολόγητα) εμφανίζεται στη χώρα μας στον απόηχο της νέας μόδας που ευρωπαϊκές παραγωγές μεταφέρονται στη δημόδη γλώσσα άλλης ευρωπαϊκής χώρας. Σε επίπεδο γλωσσικής μεταφοράς, ο λόγος είναι άμεσος και χτυπά στην καρδιά. Το ίδιο όμως ισχύει και παικτικά (με ειδική μνεία στον Μάκη Παπαδημητρίου και την Ευαγγελία Συριοπούλου)… Έχοντας δει όμως τις δύο ταινίες, μπορεί η ακουστική αμεσότητα όπως και η οικειότητα που αισθάνεσαι με τα πρόσωπα να σε κάνει να μην τους αποκαλείς τελείως ξένους, στην πραγματικότητα όμως η προσεγμένη μεταγραφή των πλάνων σε κάνει να αισθάνεσαι ότι ένα μεγάλο μέρος δυσκολιών είχε επιλυθεί αφού η πρωτότυπη ταινία λειτουργεί σαν ντεκουπάζ προς αποφυγή ολισθημάτων.

Η έκλειψη δεν σεληνιάζει τους χαρακτήρες που θα επιλέξουν μια λύση –κινηματογραφικά απλή-, χαρίζοντας σε όσους δεν γνωρίζουν την αρχική ιστορία μια πραγματικά άξια προσοχής ελληνική δημιουργία. Οι ιταλόφονοι που είχαν επιλέξει το Perfetti Sconosciuti σε κάποια έξοδο τους την προηγούμενη χρονιά στην ιταλία, ενδέχεται να αισθανθούν ότι η καρμπονάρα τους ήταν ξαναζεσταμένη όπερ και το αλντέντε έχει μαλακώσει περισσότερο.

Ευχαριστούμε τον Αλέξανδρο Ρωμανό Λιζάρδο για την ευγενική παραχώρηση της κριτικής του