ΑΡΧΙΚΗ arrow ΦΕΣΤΙΒΑΛ arrow 47ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
47ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΗΜΕΡΑ 6η Εκτύπωση
Αξιολογήστε το κείμενο:
(0 ψήφοι)
Συντάκτης: Κώστας Χουβαρδάς   
23.11.06

Συνέντευξη Τύπου Τσεϊλάν

Η συνέντευξη Τύπου του Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν, ενός από τους σημαντικούς εκπροσώπους του σύγχρονου τούρκικου κινηματογράφου, πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη 22 Νοεμβρίου,  στην Αποθήκη Γ του λιμανιού.  Σε μια σύντομη εισαγωγή του, ο Τούρκος δημιουργός αναφέρθηκε στον  τρόπο με τον οποίο δουλεύει: «Προτιμώ να συνεργάζομαι με ανθρώπους που γνωρίζω και θα ήθελα να συνεχίσω να το κάνω, γιατί πάντα νιώθεις ωραία όταν είσαι με ανθρώπους με τους οποίους αισθάνεσαι οικεία. Δεν μπορώ να γράψω ένα σενάριο για έναν ηθοποιό που δεν γνωρίζω».  Μιλώντας για τη σύγκριση του έργου του με εκείνο του Μικελάντζελο Αντονιόνι, είπε «πως δεν είμαι αντικειμενικός κριτής του έργου μου, άρα δεν μπορώ να ξέρω αν έχει ομοιότητες με αυτό του Αντονιόνι». Απαντώντας σε ερωτήσεις δημοσιογράφων σχετικά με τα κοινωνικά προβλήματα που απασχολούν τη χώρα του και το πως αυτά αντανακλώνται στο έργο του, ο Τζεϊλάν δήλωσε πως επιλέγει να ασχολείται με ταινίες που δεν θίγουν μεγάλα ζητήματα. «Και στις ΗΠΑ να ήμουν πάλι αυτή θα ήταν η θεματολογία μου. Δεν είναι θέμα λογοκρισίας», δήλωσε και κατέληξε: «Ένα καλό φιλμ είναι πολύ δύσκολο να μείνει μυστικό, πάντα βρίσκει το δρόμο του». Ο φίλος του, και πρωταγωνιστής της τελευταίας του ταινίας Κλίματα αγάπης, Μεχμέτ Εριλμάζ, που βρισκόταν επίσης στο πάνελ, αποκάλυψε ένα ενδιαφέρον παραλειπόμενο: «Πριν  20 χρόνια ο Νουρί ήταν ηθοποιός στη μικρού μήκους ταινίας μου, ενώ σήμερα είμαι εγώ ηθοποιός στη μεγάλου μήκους ταινία του... Επειδή, όμως, δεν ένιωσα ως ηθοποιός- έπαιζα άλλωστε το φίλο του όπως είμαι και στην πραγματικότητα- δεν αισθάνθηκα ποτέ ότι έπαιζα σε ταινία». Η παραγωγός της ταινίας Ζεϊνέπ Οσματούρ σημείωσε, τέλος, πως «ο τούρκικος κινηματογράφος γνωρίζει μεγάλη ανάπτυξη τα τελευταία τρία χρόνια, ωστόσο αυτό που περιμένουμε είναι να γίνουν και διεθνή projects».


Εγκαίνια Έκθεσης Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν

Εγκαινιάστηκε σήμερα, Τετάρτη 22 Νοεμβρίου, η έκθεση φωτογραφίας του Τούρκου δημιουργού Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν, στην Αγορά Μπεζεστένι. Στην παλιά αγορά, σ’ έναν χώρο ειδικά διαμορφωμένο για την έκθεση, οι επισκέπτες εικόνες συνάντησαν της Ανατολής και ανακάλυψαν μια διαφορετική πτυχή του έργου του σημαντικού Τούρκου δημιουργού. Καλωσορίζοντας τον βραβευμένο σκηνοθέτη, ο πρόεδρος του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, Γιώργος Χωραφάς, είπε χαρακτηριστικά: «Αν μια φωτογραφία είναι χίλιες λέξεις, τότε εδώ κρύβονται εκατομμύρια λέξεις, οι οποίες φτιάχνουν πολλές διαφορετικές ιστορίες. Πραγματικά, βλέποντας αυτές τις φωτογραφίες, αισθάνομαι ότι θέλω να γνωρίσω αυτούς τους ανθρώπους, αυτούς τους τόπους. Είναι σαν να απεικονίζεται όλη η ανθρωπότητα στις ψυχές των ανθρώπων που βλέπουμε μπροστά μας και γι’ αυτό τον ευχαριστούμε που μας εμπιστεύθηκε την απίστευτη δουλειά του». Ο Σκηνοθέτης ευχαρίστησε τον κόσμο και υπογράμμισε: «Όταν έβγαζα αυτές τις φωτογραφίες κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, ποτέ δεν σκεφτόμουν να τις εκθέσω. Μόνο τους τελευταίους μήνες σκέφτηκα ότι θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο. Τηλεφώνησα λοιπόν στους ανθρώπους του Φεστιβάλ και αυτοί δέχθηκαν με μεγάλη χαρά. Ελπίζω να τις απολαύσετε». Στην έκθεση του Τζεϊλάν, η οποία παρουσιάζει μια σειρά από 50 φωτογραφικά έργα (διαστάσεων 60 επί 120 εκ., cinemascope) και την οποία επιμελήθηκε η Μάριον Ιγγλέση, παραβρέθηκε και ο Αντινομάρχης Θεσσαλονίκης Διονύσης Ψωμιάδης. Να σημειωθεί ότι η έκθεση θα συνεχιστεί μέχρι τη λήξη του Φεστιβάλ, ενώ οι φωτογραφίες, η καθεμία από τις οποίες έχει ανατυπωθεί σε 20 μοναδικά αντίτυπα, υπογεγραμμένα από τον δημιουργό, διατίθενται προς πώληση.


Συνέντευξη Τύπου Βάλτερ Σάλες

«Ποτέ δεν σκέφτομαι, όταν ξεκινώ να κάνω μια ταινία, ποιος θα τη δει ή πώς θα την αντιμετωπίσει. Το μόνο που σκέφτομαι είναι ότι πρέπει να την κάνω γιατί πρέπει να πω αυτά που έχω μέσα μου, τις σκέψεις μου, τις εμπειρίες μου, τα βιώματά μου». Αυτά δήλωσε ο Βάλτερ Σάλες, ένας από τους κυριότερους εκφραστές του νέου Βραζιλιάνικου κινηματογράφου, στη συνέντευξη Τύπου που έδωσε σήμερα, Τετάρτη 22 Νοεμβρίου. Εξηγώντας τους λόγους που τον ώθησαν ν’ ασχοληθεί με τον κινηματογράφο μυθοπλασίας, είπε ότι στα νεανικά του χρόνια άρχισε ν’ ασχολείται με τη φωτογραφία έχοντας επιρροές από την ανθρωπιστική φωτογραφία του Μπρεσόν, ενώ στη συνέχεια άρχισε ν’ ασχολείται με το ντοκιμαντέρ, με επιρροές από τον «άμεσο κινηματογράφο»: «Δεν είχα σκεφτεί ποτέ ν’ ασχοληθώ με ταινίες μυθοπλασίας, μέχρι που είδα τρεις ταινίες: την Αλίκη στις Πόλεις του Βέντερς, την ταινία Επάγγελμα ρεπόρτερ του Αντονιόνι και την ταινία Ξερές ζωές του βραζιλιάνου Νέλσον Περέιρα ντος Σάντος, οι οποίες με άλλαξαν ολοκληρωτικά. Σ’ αυτές τις ταινίες είδα κάτι που μόνο το σινεμά μπορεί να κάνει. Είδα ν’ αντανακλάται η ταυτότητά μας, η ψυχή μας, ο εαυτός μας. Λειτούργησαν σαν καθρέφτης γυρνώντας μας πίσω τα βιώματά μας, τις παραστάσεις μας». Δεν παρέλειψε να σημειώσει τη συγκίνησή του για τη βράβευση του Βιμ Βέντερς με τον Χρυσό Αλέξανδρο και την προβολή της ταινίας που τον στιγμάτισε, την Αλίκη στις Πόλεις. Στη συνέχεια ανέφερε ότι ο κινηματογράφος και οι ταινίες μυθοπλασίας τον βοήθησαν να ξανασυνδεθεί με τη χώρα του και να ξαναγνωρίσει την κουλτούρα της, από την οποία είχε αποσυνδεθεί, αφού ταξίδευε σε όλον τον κόσμο επειδή ο πατέρας του ήταν διπλωμάτης. Εξήγησε, μάλιστα, ότι δεν υπάρχει καμία παραδοξότητα στο γεγονός ότι γνώρισε τη Βραζιλία μέσα από τις ταινίες μυθοπλασίας παρά από τα ντοκιμαντέρ: «Εδώ ταιριάζει πολύ μια φράση του Γκοντάρ, “τα καλύτερα ντοκιμαντέρ είναι αυτά που ρέπουν προς τη μυθοπλασία και οι καλύτερες ταινίες μυθοπλασίας είναι αυτές που ρέπουν προς το ντοκιμαντέρ”. Ωστόσο, για τους βραζιλιάνους δημιουργούς είναι δύσκολο να διαχωρίσουν τα δύο είδη, διότι πάντα τείνουν να προβάλλουν στις ταινίες τους αυτά που συμβαίνουν στην πραγματική ζωή». Συνέχισε, λέγοντας ότι η σύγχρονη τάση στο βραζιλιάνικο σινεμά είναι ο ρεαλισμός και το nouvelle vague, εξηγώντας ότι ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο γυρίζονται οι ταινίες – συνδυάζοντας επαγγελματίες με ερασιτέχνες ηθοποιούς, χρησιμοποιώντας την κάμερα με τρόπο που θυμίζει ντοκιμαντέρ – υποδεικνύει ότι δεν υπάρχει σαφής διαχωρισμός στη βραζιλιάνικη κινηματογραφία ανάμεσα στο ντοκιμαντέρ και τη μυθοπλασία.
Αυτό το χαρακτηριστικό της βραζιλιάνικης κινηματογραφίας, όπως είπε στη συνέχεια, είναι ταυτόχρονα και γενεσιουργό αίτιο για το ξεχωριστό ύφος των βραζιλιάνικων ταινιών, προέκυψε δε ως αποτέλεσμα της πολιτικο-κοινωνικής κατάστασης της Βραζιλίας. Συγκεκριμένα, εξήγησε ότι κατά τη μεταβατική περίοδο της Βραζιλίας από το 1989 έως το 1994 δεν παραγόταν καμία κινηματογραφική ταινία. Το αποτέλεσμα ήταν να προκύψει στη συνέχεια μια μεγάλη και επιτακτική ανάγκη των δημιουργών να εκφραστούν με τις ταινίες τους: «Όχι μόνο για να επικοινωνήσουμε με το κοινό, αλλά κυρίως επειδή αισθανόμασταν έντονα την ανάγκη να εκφραστούμε, να μιλήσουμε μέσα από τις ταινίες μας», είπε ο ίδιος και πρόσθεσε: «Το γεγονός, λοιπόν, ότι οι ταινίες μας ήταν ένας καθρέφτης της πραγματικότητας, των βιωμάτων των δημιουργών που ήταν αντίστοιχα με τα βιώματα του κοινού, ήταν και το κίνητρο για το κοινό ώστε να παρακολουθήσει τις ταινίες μας, να τις στηρίξει και έτσι να δώσει μια νέα ώθηση στο νέο βραζιλιάνικο κινηματογράφο που ξεκίνησε μετά το ’94».
 
Copyright © 2006-2012 CINEMaD. Developed by Nuevvo.