ΑΡΧΙΚΗ arrow CINEMA arrow ΠΕΡΙ ΤΥΦΛΟΤΗΤΟΣ ***1/2
ΠΕΡΙ ΤΥΦΛΟΤΗΤΟΣ ***1/2 BLINDNESS Εκτύπωση
Αξιολογήστε το κείμενο:
(8 ψήφοι)
Συντάκτης: Χάρης Παπαπαναγιώτου, Δημήτρης Κιαχίδης, Κίκα Κυριακάκου   
15.10.08
Δραματική – Καναδάς /Ισπανία /Ιαπωνία 2008
Σκηνοθεσία: Φερνάντο Μειρέγιες
Σενάριο: Ντον ΜακΚέλαρ
Πρωταγωνιστούν: Τζούλιαν Μουρ, Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ, Ντάνυ Γκλόβερ, Μαρκ Ράφαλο
Διάρκεια: 120’
Διανομή: Odeon
http://www.blindness-themovie.com/


Μια ωραία πρωία ένας άνδρας χάνει εντελώς την όρασή του. Μέσα στα επόμενα 24ωρα όλοι με τους οποίους ήρθε σε επαφή παθαίνουν ακριβώς το ίδιο και η επιδημία, για την οποία κανείς δε γνωρίζει το πώς και τι, αρχίζει να εξαπλώνεται με γοργότατους ρυθμούς. Η κυβέρνηση αποφασίζει να λάβει δραστικά μέτρα, βάζοντας τους ασθενείς σε καραντίνα σε ένα εγκαταλειμμένο άσυλο ψυχασθενών, αφήνοντάς τους να τα βγάλουν πέρα ολομόναχοι. Ανάμεσά τους όμως βρίσκεται και η σύζυγος ενός οφθαλμίατρου, η οποία είναι και ο μοναδικός άνθρωπος που ακόμη διαθέτει την όρασή του…


Από τις πλέον δύσκολες στην παρακολούθησή τους όσο και ασυμβίβαστες ταινίες που είδαμε τελευταίως, το «Περί Τυφλότητος», βασισμένο στο ομώνυμο, μυθιστόρημα του βραβευμένου με Νόμπελ Λογοτεχνίας Πορτογάλου συγγραφέα Ζοζέ Σαραμάγκου, παρουσιάζει μία από τις ρεαλιστικότερες, όσο και απάνθρωπες καταγραφές παρακμής του δυτικού πολιτισμού που έχουν αποτυπωθεί ποτέ στο σελιλόιντ, μέσα από μια αλληγορική εσχατολογική ιστορία, που επιχειρεί να ανιχνεύσει τα όρια αυτού που αποκαλούμε «πολιτισμένος άνθρωπος».
Ο αρχικός πανικός που ακολουθεί τη ραγδαία εξάπλωση της επιδημίας τύφλωσης που προσβάλλει τα μέλη του πληθυσμού μιας μεγαλούπολης (η οποία παραμένει ανώνυμη), οδηγεί την κυβέρνηση σε μια ακραία λύση: τον περιορισμό των πληγέντων σε ένα άσυλο υπό αυστηρή περιφρούρηση, στο οποίο καλούνται να βρουν το δρόμο τους ολομόναχοι, με μοναδικό καθοδηγητή τη φωνή ενός τύπου, ο οποίος παρέχει κάποιες γενικές οδηγίες μέσω ενός… τηλεοπτικού δέκτη (κάτι, που, φυσικά, δεν παραμένει ασχολίαστο από τους «τροφίμους»). Κάποιες πρώτες προσπάθειές τους να οργανωθούν, ώστε να κάνουν την – άγνωστο για πόσον καιρό – διαμονή τους εκεί όσο το δυνατόν πιο βιώσιμη (τήρηση ορισμένων τυπικών κανόνων υγιεινής, δίκαιο μοίρασμα της τροφής κλπ.), γρήγορα αποδεικνύονται μάταιες, καθώς μέρα με τη μέρα οι εισερχόμενοι στο άσυλο αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο. Κάποια στιγμή, ένας εριστικός νεαρός, πρώην υπάλληλος σε ξενοδοχείο, ο οποίος αυτοανακηρύσσεται σε «βασιλιά της πτέρυγας Γ» (ο Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ σε έναν ρόλο-σταθμό στη φιλμογραφία του, τον οποίο ο ίδιος δήλωσε σε συνέντευξή του πως τον αντιλαμβάνεται ως κάποιον που ξέρει να επιβιώνει, αδιαφορώντας για το αν αυτό αντιτίθεται στην ηθική των υπολοίπων), αποφασίζει να πάρει την κατάσταση στα χέρια του και, με τη βοήθεια και του περιστρόφου που κραδαίνει απειλητικά, να επιβάλει το νόμο του ισχυρού, ο οποίος σύντομα «μεταλλάσσεται» σε νόμο της ζούγκλας. Η βία και η ασυδοσία παίρνουν το πάνω χέρι και πολύ σύντομα κάποιες από τις γυναίκες των διπλανών πτερύγων, προκειμένου να εξασφαλίσουν την τροφή τους, καλούνται να «πουλήσουν» το κορμί τους για να ικανοποιήσουν τη σεξουαλική πείνα του «βασιλιά» και των «αυλικών» του.
Σκηνοθετημένο με εξεζητημένο στυλ από τον Βραζιλιάνο Φερνάντο Μεϊρέλες («Ο Επίμονος Κηπουρός», «Η Πόλη του Θεού»), ο οποίος, πέραν των εντυπωσιακών σκηνών όπου βλέπουμε τις πρώτες επιπτώσεις του ξαφνικού χτυπήματος της επιδημίας (κόσμος τρέχει πέρα-δώθε πανικόβλητος φωνάζοντας βοήθεια, στις λεωφόρους γίνονται όλο και περισσότερες καραμπόλες, αεροπλάνα συντρίβονται ακυβέρνητα…), φροντίζει συχνά-πυκνά να μας κάνει κοινωνούς της «οπτικής» των ηρώων της ταινίας του ασπρίζοντας και θολώνοντας κάποια πλάνα ή σκοτεινιάζοντας για μερικά δευτερόλεπτα κάποια άλλα, το «Περί Τυφλότητος» είναι γεμάτο σκηνές που ενδέχεται να προκαλέσουν απέχθεια (όπως εκείνη όπου βλέπουμε σκυλιά να ξεσκίζουν τις σάρκες κάποιων πτωμάτων καταμεσής της μεγαλούπολης, η η άλλη με τους φύλακες που σπάνε πλάκα με τη σύζυγο του οφθαλμίατρου). Υπάρχουν όμως και ουκ ολίγες σκηνές όπου τονίζονται τα αισθήματα συντροφικότητας, ανιδιοτελούς φιλίας και αλληλεγγύης που αναπτύσσονται ανάμεσα σε μια μικρή ομάδα ανθρώπων εντός του ασύλου, στην οποία ανήκει και η σύζυγος του οφθαλμιάτρου, η οποία έχοντας μυστηριωδώς διατηρήσει την όρασή της, αναδεικνύεται, άθελά της, σε μάρτυρα των αθλιοτήτων που εξελίσσονται ολόγυρά της, οι οποίες και τη σημαδεύουν βαθύτατα για το υπόλοιπο της ζωής της.
Ακόμη μια εξαίσια ερμηνεία για την Τζούλιαν Μουρ, όπου από «τυπική» νοικοκυρά τη βλέπουμε σταδιακά να «μεταμορφώνεται» αρχικά σε… «νταντά» του συζύγου της και γενικότερα των ανθρώπων που βρίσκονται στην πτέρυγά της και εν συνεχεία σε εκδικητή και προστάτη των αδυνάτων, φτάνοντας στο τελευταίο εικοσάλεπτο της ταινίας (η οποία διαδραματίζεται εκτός του ασύλου) να οδηγήσει στην «ελευθερία» τους λιγοστούς εκείνους ανθρώπους που αποφάσισε να εμπιστευτεί το μυστικό της (ότι βλέπει κανονικά), συμβάλλοντας αποφασιστικά στο να αναδυθεί μια κάποια αίσθηση ελπίδας για το μέλλον της ανθρωπότητας, έστω κι αν στη ρημαγμένη από την επιδημία μεγαλούπολη επικρατεί το απόλυτο χάος.
Το «Περί Τυφλότητος» αποτελεί αναμφισβήτητα μία από τις ταινίες που θα συζητηθούν έντονα φέτος, εμπνέοντας… debates πάνω σε ζητήματα ηθικής, αλλά και προκαλώντας έντονο προβληματισμό σε όλους εκείνους που επιμένουν να εθελοτυφλούν απέναντι σε όσα στραβά συμβαίνουν γύρω μας…

ΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ (***)



Βρισκόμαστε σε μια σύγχρονη μητρόπολη του δυτικού κόσμου. Ένας οδηγός αυτοκινήτου, όντας σταματημένος μπροστά σε έναν σηματοδότη τυφλώνεται ξαφνικά. Η αίσθησή του δεν είναι ότι βρίσκεται στο σκοτάδι αλλά στο απόλυτο λευκό. Μαζί με τη γυναίκα του θα επισκεφθεί έναν οφθαλμίατρο (Μαρκ Ράφαλο). Στον προθάλαμο του ιατρείου μεταξύ άλλων είναι ένας ηλικιωμένος μονόφθαλμος (Ντάνι Γκλόβερ) και μια πόρνη πολυτελείας (Άλις Μπράγκα). Το επόμενο πρωί ο γιατρός διαπιστώνει ότι τυφλώθηκε. Το ίδιο και όλοι όσοι ήρθαν σε επαφή με τον οδηγό, καθώς και εκατοντάδες άλλοι. Πρόκειται για επιδημία. Η κυβέρνηση αντιδρώντας σπασμωδικά αποφασίζει να τους κλείσει σε ένα εγκαταλειμμένο νοσοκομείο και ουσιαστικά να τους εγκαταλείψει στην τύχη τους. Η γυναίκα του γιατρού (Τζούλιαν Μουρ) αν και δεν τυφλώνεται, επιλέγει λέγοντας ψέματα να ακολουθήσει τον άντρα της. Θα επωμιστεί το βάρος της φροντίδας των υπολοίπων, μη αποκαλύπτοντας όμως ότι βλέπει. Οι τυφλοί θα προσπαθήσουν να συμβιώσουν όσο πιο ομαλά γίνεται αλλά αργότερα μια ομάδα από αυτούς θα εμφανίσει το χειρότερό τους πρόσωπο…
Το φιλμ βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του πορτογάλου συγγραφέα Ζοζέ Σαραμάγκου. Εκδόθηκε το 1995 και είναι ένας φιλοσοφικός και υπαρξιακός στοχασμός πάνω στη φύση του ανθρώπου, καθώς και μια ανατομία της σημερινής κοινωνίας. Πολλοί σκηνοθέτες ήθελαν να το μεταφέρουν στον κινηματογράφο. Μετά από πολλές αρνήσεις ο Σαραμάγκου έδωσε την έγκρισή του στον Φερνάντο Μεϊρέλες («Η Πόλη του Θεού», «Ο Επίμονος Κηπουρός»).
Την προσαρμογή του σεναρίου ανέλαβε ο καναδός σκηνοθέτης Ντον Μακέλαρ («Η Τελευταία Νύχτα του Κόσμου»). Σκιαγράφησε με επιτυχία όλους τους χαρακτήρες δίνοντας ιδιαίτερο βάρος, όπως και στο βιβλίο, σ’ αυτόν της γυναίκας του γιατρού που φέρει ένα δυσβάσταχτο φορτίο όχι μόνο όταν φροντίζει τους υπολοίπους αλλά και όταν επιλέγει να ξαναβρεί την αξιοπρέπειά της αντιστεκόμενη στην εκμετάλλευση των τυφλών από την ομάδα που προανέφερα. Επιπλέον ο σεναριογράφος επέλεξε με προσοχή τι έπρεπε να μεταφερθεί από το βιβλίο στο φιλμ (τα γεγονότα, οι διάλογοι) και τελικά κατάφερε η ταινία να είναι πιστή στο πνεύμα του βιβλίου.
Πέραν αυτών όμως, ο Μεϊρέλες έκανε μια εξαιρετική σκηνοθεσία, εμπνευσμένη, λεπτομερή, αξιοποιώντας την πλούσια παραγωγή που είχε στα χέρια του. Αρχικά αποτυπώνει το χάος της μεγαλούπολης, τη μοναξιά και την αποξένωση. Οι σεκάνς στο εγκαταλειμμένο νοσοκομείο περιγράφουν μια σύγχρονη κόλαση. Παράλληλα όμως υποβάλει το ζοφερό κλίμα που επικρατεί επιλέγοντας να αφήσει τις πιο σκληρές σκηνές στο ημίφως. Αλλά υπάρχει και λυρισμός και ευαισθησία λόγου χάρη στη σεκάνς της βροχής ή στο δείπνο της αρχικής ομάδας των τυφλών. Αξιοποιεί στο έπακρο και τους κλειστούς χώρους (το νοσοκομείο, η εκκλησία – μια χαρακτηριστική σεκάνς -, το σπίτι του γιατρού) αλλά και τους εξωτερικούς στο Τορόντο και ιδιαίτερα στο Μοντεβιδέο και το Σάο Πάολο όπου έγιναν τα γυρίσματα καταφέρνοντας να δείξει με συγκλονιστικό τρόπο το χάος που επικρατεί όταν πλέον έχουν τυφλωθεί όλοι.
Σπουδαία δουλειά στη φωτογραφία από τον Σεζάρ Σαρλόνε πάνω στις αποχρώσεις του λευκού, και συχνά επιλέγοντας να υπερφωτίσει τα πλάνα. Η μουσική του Μάρκο Αντόνιο Γκιμαράες άλλοτε διακριτική άλλοτε έντονη ενισχύει δημιουργικά την εικόνα. Και βέβαια η εξαιρετική ερμηνεία της Τζούλιαν Μουρ που καταφέρνει και αποτυπώνει τόσο διαφορετικά συναισθήματα. Πολύ καλοί και όλοι οι υπόλοιποι ηθοποιοί, ο Μαρκ Ράφαλο, ο Ντάνι Γκλόβερ που συχνά ακούμε τη φωνή του ως σχολιαστή, η Άλις Μπράγκα.
Δείτε την ταινία. Αφεθείτε στη δύναμη των εικόνων της και στα μηνύματά της. Πραγματικά θα ψυχαγωγηθείτε με την αρχική σημασία της λέξης.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΙΑΧΙΔΗΣ (****1/2)

Το αξιόλογο βιβλίο του Νομπελίστα Ζοζέ Σαραμάγκο «Περί Τυφλότητος» παίζει με τις αισθήσεις και αφηγείται τι θα συνέβαινε σε ένα κόσμο όπου όλοι θα έχαναν κάτι που συχνά θεωρούμε δεδομένο, την όραση μας. Το μυθιστόρημα αποφάσισε να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη ο Βραζιλιάνος σκηνοθέτης Φερνάντο Μεϊρέλες, γνωστός και από τις βραβευμένες του ταινίες «Η Πόλη του Θεού» και «Ο Επίμονος Κηπουρός».
Η ιστορία εξελίσεται σε μια σύγχρονη μεγαλούπολη του δυτικού κόσμου και ξεκινά με το ξέσπασμα μιας επικίνδυνης επιδημίας για το ανθρώπινο γένος, μιας ασθένειας που προξενεί ολική τύφλωση. Οι πρώτοι ασθενείς απομονώνονται και ζούν φυλακισμένοι και κάτω από άθλιες συνθήκες όμως ο ιός δεν αργεί να εξαπλωθεί. Την προσπάθειά τους για επιβίωση παρακολουθούμε μέσα από τα μάτια της συζύγου ενός γιατρού που δεν έχει προσβληθεί από τον ιό και συνοδεύει το σύντροφό της στην απομόνωση. Εκεί οι άνθρωποι θα προσπαθήσουν να συμβιώσουν. Θα μάθουν να εκτιμούν απλά πράγματα όπως ένα μελωδικό κομμάτι από κάποιο ξεχασμένο ραδιόφωνο ή τη συντροφικότητα και την ανθρωπιά αλλά και πολλά άγρια ένστικτά και θα βγουν στην επιφάνεια. Σε όλη αυτή την πορεία η πρωταγωνίστρια αντικρύζει φρικτές εικόνες καταστροφής και βιώνει καταστάσεις παραλογισμού. Το ερώτημα που υφέρπει σε όλη τη διάρκεια της ταινίας είναι αν η ανθρώπινη αξιοπρέπεια θα κερδίσει με τον αγώνα με τα πρωτογενή ένστικτα και την ανάγκη για ζωή.

Η κινδυνολογία της ταινίας μπορεί να θυμίζει ανάλογες του είδους (βλεπε «12 Πίθηκοι», «28 Μέρες Μετά») αλλά η προσέγγιση του Μεϊρέλες είναι πιο ανθρωπιστική. Ο σκηνοθέτης αποδεικνύει πως στη σύγχρονη εποχή της εικόνας το ενδεχόμενο μιας τέτοιας επιδημίας έχει ολέθριες συνέπειες όμως παράλληλα αποτελεί πρωτοφανή δοκιμασία. Οι άνθρωποι έχοντας απωλέσει την όραση τους μαθαίνουν να ζόυν από την αρχή και επανεκτιμούν τη φιλία, τον έρωτα, τη μουσική, τη βροχή. Ο Σαραμάγκο διδάσκει τους ανθρώπους πως δεν πρεπει να ενδιαφέρονται για το «φαίνεσθαι» αλλά για το «είναι», τον εσωτερικό κόσμο του καθενός όπως θα ακουστεί και στην ταινία. Ο Μεϊρέλες από την άλλη θα φροντίσει να ντύσει όλη αυτή τη φορτισμένη συναισθηματικά ταινία με μια εκπληκτική φωτογραφία (παρατηρήστε τα κοντινά πλάνα και της μαρτυρικές σκηνες του βιασμού που παραπέμπουν σε έργα ζωγράφων όπως ο Ρέμπραντ). Η Τζούλιαν Μούρ μας χαρίζε μια εκπληκτική ερμηνεία όπως και οι υπόλοιποι ηθοποιοί, ανάμεσα τους οι Μάρκ Ραφάλο, Ντάνι Γκλόβερ και ο βραβευμένος Γκαέλ Γκαρσία Μπερνάλ στο ρόλο του «κακού».

Ο Σαραμάγκου έφυγε από την πρεμιέρα συγκινημένος, ευχαριστώντας το Μεϊρέλες για αυτή την εξαιρετική μεταφορά του βιβλίου του. Πρόκειται σίγουρα για μια ταινία που θα προβληματίσει και θα αγγίξει το κοινό της.

ΚΙΚΑ ΚΥΡΙΑΚΑΚΟΥ (***1/2)

 
Copyright © 2006-2010 CINEMaD. Developed by Komrade.