ΑΡΧΙΚΗ arrow ΦΕΣΤΙΒΑΛ arrow 14ο ΔΙΕΘΝΕΣ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗ/ΓΡΑΦΟΥ ΑΘΗΝΩΝ - FESTIVAL REVIEWS/ ΒΡΑΒΕΙΑ
14ο ΔΙΕΘΝΕΣ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗ/ΓΡΑΦΟΥ ΑΘΗΝΩΝ - FESTIVAL REVIEWS/ ΒΡΑΒΕΙΑ Εκτύπωση
Αξιολογήστε το κείμενο:
(2 ψήφοι)
Συντάκτης: Nέστορας Πουλάκος, Χάρης Παπαπαναγιώτου, Orpheus L.   
24.09.08
ΒΡΑΒΕΙΑ

1. n2.gifΒραβείο Κοινού
:


'Rumba' (Βέλγιο)
Σκηνοθέτες: Ντ. Αμπέλ, Φ. Γκόρντον, Μ. Ρόμι.


Από το Διεθνές Διαγωνιστικό Τμήμα :

2. Βραβείο σεναρίου :

Sita sings the blues (ΗΠΑ-Νίνα Πέιλι).

3. Βραβείο Σκηνοθεσίας πόλης Αθηνών :

Παραλογιστάν (Γερμανία-Φάιτ Χέλμερ).


4. Βραβείο Χρυσή Αθηνά :



Ο βασιλιάς του πινγκ-πονγκ (Σουηδία).
Σκην: Γιενς Γιόνσον.


Από το τμήμα Μουσική και Φιλμ (Μουσικό Διαγωνιστικό) :


Largo (ΗΠΑ-Μ. Φλάναγκαν, Α. Βαν Μπάαλ).

Νέστορας Πουλάκος/ Κατερίνα Καντσού

FESTIVAL REVIEW : THE FINAL [23 - 28/9]

«All good things come to an end», τραγουδά στο ομώνυμο hit της η γλυκύτατη Nelly Furtado, έτσι και οι 14ες Νύχτες Πρεμιέρας από χτες Κυριακή αποτελούν και επίσημα πλέον παρελθόν, με τους δημιουργούς των βραβευμένων ταινιών (τσεκάρετέ τες το σχετικό άρθρο) να μοιράζουν αφειδώς χαμόγελα στο κοινό, κατά τη διάρκεια της τελετής λήξης που έλαβε χώρα στον κινηματογράφο Αττικόν πριν την προβολή της νέας ταινίας του Μάικλ Λι «Τυχερή και Ευτυχισμένη», η οποία, όπως και τουλάχιστον άλλες 20, προβλήθηκε σε μια κατάμεστη αίθουσα, κάνοντας τους διοργανωτές να τρίβουν τα χέρια τους από ικανοποίηση για τα απανωτά sold-outs και την προσέλευση περισσοτέρων από 50.000 θεατών στις περίπου 140 ταινίες μεγάλου και μικρού μήκους, που προβάλλονταν από το πρωί (στις 10 ξεκινούσαν οι – ανοιχτές και για το… φιλοθέαμον κοινό, έναντι μικρού αντιτίμου – δημοσιογραφικές προβολές) μέχρι και αργά το βράδυ στο πλαίσιο του φεστιβάλ, καθημερινά από τις 17 έως και τις 28 του μήνα.
Όσον αφορά στις παράλληλες εκδηλώσεις που διοργανώθηκαν στον πρώτο όροφο του βιβλιοπωλείου Ιανός, εκείνη που συγκέντρωσε το πιο πολυπληθές όσο και ενθουσιώδες κοινό ήταν το workshop του Μπιλ Πλίμπτον, τη Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου, στις 2 το μεσημέρι, κατά τη διάρκεια του οποίου ο… χωρατατζής animator απάντησε σε πλήθος ερωτήσεων, ενώ χάρισε χειρόγραφα σκίτσα μερικών εκ των διασημότερων χαρακτήρων της φιλμογραφίας του (όπως ο… hot dog!), σε όποιον επιθυμούσε να έχει κάτι δικό του, με ιδιόχειρη, μάλιστα, αφιέρωση. Την επομένη ωστόσο, τα αίματα άναψαν ενώ διεξαγόταν ο ανοιχτός διάλογος για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι νέοι δημιουργοί, που επιμένουν να κινούνται εκτός κυκλωμάτων, με τη Γαλλίδα σκηνοθέτρια και ηθοποιό Ιζίλντ Λε Μπεσκό να έρχεται σε έντονη αντιπαράθεση με τον Αμερικανό, επίσης σκηνοθέτη και ηθοποιό Τζον Σουάνμπεργκ, υποστηρίζοντας πως, τις περισσότερες φορές, για έναν ανεξάρτητο δημιουργό, το low budget ως επιλογή δεν είναι συνειδητή, αλλά αναγκαστική, λόγω έλλειψης πόρων και τον Πάνο Κούτρα, από τους γνωστότερους εγχώριους εκπροσώπους του – φρέσκου ακόμη – κινηματογραφικού κινήματος DIY (Do It Yourself), να υπερασπίζεται το δικαίωμά του να εκφράζεται «όπως του βγαίνει», έστω κι αν το αποτέλεσμα αυτού δε βρίσκει πάντα κοινά σημεία επαφής με το θεατή, όπως υποστήριξε κάποιος εκ των παρεβρισκομένων.
Όσον αφορά στις ταινίες τώρα, η απόφασή μου φέτος να παραμείνω μακριά από τις πρεμιέρες ταινιών τις οποίες έτσι κι αλλιώς θα δούμε σύντομα στις αίθουσες, με οδήγησε σε επιλογές όπως η περίφημη «Petulia», κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος «Me and the Arch Kook Petulia» του Τζον Άασε από τον Ρίτσαρντ Λέστερ, σκηνοθέτη των 2 πρώτων sequels του «Superman», αλλά και της μουσικής κομεντί «A Hard Day’s Night» με τους Beatles, με την Τζούλι Κρίστι στον ομώνυμο ρόλο μιας γοητευτικότατης όσο και… αλλοπαρμένης κοσμοπολίτισσας, η οποία, αντιμετωπίζοντας προβλήματα στο γάμο της με γόνο πλούσιας οικογενείας (Ρίτσαρντ Τσάμπερλεϊν), αποφασίζει να στρέψει το ενδιαφέρον της σε έναν γιατρό (Τζορτζ Σ. Σκοτ) που βρίσκεται σε διάσταση με τη σύζυγό του, τον οποίο γνωρίζει σε κοσμική εκδήλωση. Μια ταινία σωστό ψυχεδελικό trip, «πνιγμένη» στους technicolor χρωματισμούς, τις hippy-chic μουσικές και την εκκεντρικότητα της εποχής της (τέλη 70s), γεμάτη flashbacks, flash-forwards, αλλά και σεκάνς που δε βγάζουν κανένα απολύτως νόημα, με ένα ιδιαίτερα φινετσάτο χιούμορ και τυλιγμένη σε ένα βαθύ πέπλο μυστηρίου, η «Petulia» σε παρασύρει ασυναίσθητα στους ρυθμούς της, εμπνέοντάς σου μια γλυκιά μελαγχολία, η οποία πηγάζει κυρίως από το αμφιλεγόμενα αισιόδοξο φινάλε της.      
Σκέτο ψυχεδελικό trip είναι όμως και ένα μεγάλο κομμάτι του «Gonzo: The Life and Works of Dr. Hunter Thompson» του Άλεξ Γκίμπνι, καθώς πρόκειται για ένα εξαιρετικό ντοκιμαντέρ με θέμα τη ζωή και τη δράση του Χάντερ Σ. Τόμπσον, ενός από τους κορυφαίους αμερικανούς συγγραφείς του αιώνα μας και εφευρέτη της «gonzo» δημοσιογραφίας, ο οποίος αν και αλκοολικός και εθισμένος σε… πάσης φύσεως ουσίες, ήταν πάντα κυρίαρχος του εαυτού του, ακόμη και τη στιγμή της – από καιρό προμελετημένης – αυτοκτονίας του το 2005. Εμπλουτισμένη με άφθονο αρχειακό υλικό που καλύπτει μια περίοδο σχεδόν 50 ετών, με τον Τζόνι Ντεπ, ορκισμένο fan του Τόμπσον και πρωταγωνιστή στην κινηματογραφική μεταφορά του best seller του «Φόβος και Παράνοια στο Λας Βέγκας», σε ρόλο αφηγητή, γεμάτη εξομολογήσεις από ανθρώπους που τον έζησαν από κοντά, ανάμεσά τους και τον Τζορτζ Μακ Γκόβερν, τον άνθρωπο που χάρη σε εκείνον έφτασε ένα βήμα από την προεδρία των ΗΠΑ με αντίπαλο τον Ρίτσαρντ Νίξον και σκηνοθετημένο με εντυπωσιακή μαεστρία και πλούσια αίσθηση χιούμορ από τον Γκίμπνι, το «Gonzo» αποτελεί ένα από τα αρτιότερα ντοκιμαντέρ που παρακολουθήσαμε εδώ και κάμποσον καιρό.  
Απογοητευτικό, από την άλλη, βρήκα τον «Άνθρωπο της Αιωνιότητας» του Τζούλιεν Τεμπλ, μια… θρησκευτικών αποήχων όπερα γυρισμένη στην Αυστραλία, η οποία ξεκινά με έναν καταιγισμό από γκροτέσκα πλάνα απόκοσμης ομορφιάς στα οποία κυριαρχεί η φιγούρα (και η… φωνάρα) της Αυστραλιανής αοιδού Κρίστα Χιούζ, για να κυλήσει στη συνέχεια σε μια ανούσια αλληλουχία από σεκάνς όπου, υπό μορφή βιντεοπροβολών πάνω σε κτίρια, ξετυλίγεται η πορεία της χώρας στον 20ο αιώνα, καθώς ο κεντρικός ήρωας περιφέρεται ασταμάτητα τραγουδώντας άριες και γράφοντας παντού τη λέξη «αιωνιότητα», κάνοντας τη – διάρκειας μόλις 70 λεπτών – ταινία του καταξιωμένου «μουσικανθρώπου» να φαντάζει ταιριαστά… ατελείωτη! 
Τα καλύτερα στοιχεία από το σινεμά του Κουστουρίτσα (έξω οι υστερίες και οι… αγριοφωνάρες δηλαδή), μια γενναία δόση από τη γλυκιά αισιοδοξία της «Αμελί» και μπόλικο… Αριστοφάνη συνδυάζει το Γερμανικής παραγωγής, αλλά γυρισμένο στα Ρώσικα «Παραλογιστάν» του Φάιτ Χέλμερ, το οποίο εξιστορεί τις περιπέτειες του Τεμέλκο, ενός καλοκάγαθου νεαρού, ο οποίος, προκειμένου να χαρεί επιτέλους τον έρωτα με την αγαπημένη του Άγια, αναγκάζεται να λύσει από μόνος του το πρόβλημα λειψυδρίας που μαστίζει το απομονωμένο χωριό του, καθώς οι γυναίκες του χωριού αποφάσισαν να τιμωρήσουν την προκλητική αδιαφορία και οκνηρία των αντρών τους με αποχή από το σεξ! Πλήθος σουρεαλιστικών καταστάσεων, μια πινακοθήκη με τις πιο ελκυστικά… ομορφάσχημες φάτσες που έχετε δει ποτέ, άφθονο χιούμορ και μερικές πινελιές μαγικού ρεαλισμού συνθέτουν μια απολαυστική κωμωδία, η οποία, διόλου άδικα, απέσπασε το Βραβείο Σκηνοθεσίας της Πόλης των Αθηνών.      
Το ταξίδι ενός πολύ ξεχωριστού «λεωφορείου», του οποίου θα θέλαμε πολύ να είμαστε επιβάτες, παρακολουθήσαμε στο «Velvet Bus» της Γκρατσιέλλας Κανέλλου, στο οποίο τα μέλη (σταθερά και μη) τεσσάρων από τα πιο αξιόλογα νέα ελληνικά μουσικά σχήματα της αγγλόφωνης σκηνής, οι My Wet Calvin, οι Victory Collapse, οι The Callas και ο The Boy (των Mary and The Boy) μαζί με 3 ηχολήπτες, μια ομάδα δημοσιογράφων, τη σκηνοθέτρια και τους συνεργάτες της επιβιβάστηκαν σε ένα πούλμαν με σκοπό να πραγματοποιήσουν μια σειρά από εμφανίσεις σε 8 πόλεις της Ελλάδας με αφετηρία τη Λάρισα και τέρμα την Αθήνα. Μια εξαιρετικά πρωτότυπη ιδέα, γίνεται ένα αντίστοιχα απολαυστικό μουσικό ντοκιμαντέρ/ημερολόγιο «πτήσης», άψογα μονταρισμένο, με απίθανο soundtrack (MGMT, Ladytron, These New Puritans, The Last Shadow Puppets κ.ά.), γεμάτο ζωντάνια, κέφι, τρέλα, παρεϊστικο χιούμορ, αλλά και ένα πλήθος απροόπτων, σκηνοθετημένο με εντυπωσιακή δεξιοτεχνία από την ταλαντούχα δημιουργό του «The Approaching of the Hour», η οποία κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί για να διαφανεί πως το μήνυμα της ταινίας της είναι ουσιαστικά το… «μουσικοί ενωμένοι, ποτέ νικημένοι». Γιατί έτσι!
Το «Η Νύχτα του Δαίμονα» ήταν τελικά η μόνη ταινία του αφιερώματος στον Ζακ Τουρνέρ που κατάφερα να παρακολουθήσω, η οποία βέβαια ήταν από εκείνες που δεν είχα ήδη δει παλιότερα στη μικρή οθόνη. Τη συγκεκριμένη αξίζει να την παρακολουθήσετε (όλο και κάπου κυκλοφορεί, δε λέω περισσότερα…) και μόνο για τον δαίμονα που εμφανίζεται – σε λίγες, αλλά αξιομνημόνευτες – σκηνές, ο οποίος, υπό πολύ συγκεκριμένες συνθήκες (μεταμεσονύχτια προβολή, μόνος στο σπίτι…) μπορεί να θεωρηθεί ως και… αληθινά σκιαχτικός! 
Και θα ολοκληρώσω με το «Άγγελοι και Ηλίθιοι» του Μπιλ Πλίμπτον, το οποίο ήταν και η τελευταία ταινία που παρακολούθησα στις 14ες Νύχτες Πρεμιέρας. Πρόκειται για την πιο πρόσφατη δουλειά του πολυβραβευμένου δημιουργού, η οποία αν και πολύ λιγότερο αστεία εν σχέση με τις προηγούμενες ταινίες του, δεν παύει να διατηρείται στα ίδια υψηλά επίπεδα ποιότητας, κάτι στο οποίο βοηθά και η υπέροχη μουσική της, με τους Pink Martini και Tom Waits να «ντύνουν» με τις συνθέσεις τους ορισμένες από τις ομορφότερες σεκάνς του φιλμ. Μελαγχολική ατμόσφαιρα, νουάρ τόνοι, κατάμαυρο χιούμορ, μια πανταχού παρούσα διάθεση κοινωνικής κριτικής και ένα αναπάντεχο love story στην καρδιά της ιστορίας, συνθέτουν μία από τις κορυφαίες, αναμφισβήτητα, ταινίες του φετινού φεστιβάλ. Ας ελπίσουμε μόνο να βρει διανομή στις εδώ αίθουσες…
Α, και όσοι δεν ήρθατε στο party της τελετής λήξης του φεστιβάλ, όπου μουσικές έβαζε ο γνωστός κριτικός κινηματογράφου/DJ/blogger και – πάνω απ’ όλα – καλός φίλος Ηλίας Φραγκούλης, λυπάμαι, αλλά χάσατε γλέντι… τρικούβερτο!   

FESTIVAL REVIEW 2 [21 - 26/9]

Βρισκόμαστε στα μισά του φεστιβάλ «Νύχτες Πρεμιέρας» και παράλληλα με την παρακολούθηση ταινιών, ένα μέρος του μυαλού μας είναι στα βραβεία. Αναρωτιόμαστε αν το θέλω μας ταυτίζεται με την απόφαση της νεανικής κριτικής επιτροπής. Εγώ επειδή ίσως είμαι πιο ανυπόμονος, προσέγγισα μέλη της επιτροπής και πήρα πληροφορίες. Πριν από αυτές, όμως, ας αναφερθώ στις ταινίες που είδα αυτό το τριήμερο.

Το «Sita sings the blues» είναι ένα animation film που η απεικόνιση και η κίνηση των ηρώων συνδύαζε την τεχνική της γελιογραφίας με αυτή του θεάτρου σκιών. Blues του ’20, καθώς και μπόλικη ινδική μουσική να ντύνουν την εξιστόρηση δύο χωρισμών, ενός στο παρελθών (της Sita) κι ενός στο σήμερα (της Nina). Από τα πιο ξεχωριστά φιλμ που είδαμε που όμως πέρα από τη διαφορετικότητά του, δε θα μας μείνει τίποτε άλλο για πολύ καιρό στη μνήμη.

Το «Bananaz» (όχι του Άλεν) είναι το documentary που γδύνει ένα από τα σημαντικότερα εναλλακτικά γκρουπ της τελευταίας πενταετίας, τους Gorillaz. Ό,τι μπορεί να θέλει να μάθει ένας φαν τους, από τη δημιουργία τους, τη γένεση των δίσκων τους, τα προβλήματα που αντιμετώπισαν, βρίσκονται σε αυτό το φιλμάκι μιάμισης ώρας.

Το «Nights and Weekends» είναι μια do it yourself παραγωγή που κόστισε μόλις 10.000 ευρώ (!!!). Οι δύο δημιουργοί του αφηγούνται την προσωπική τους ιστορία με με έναν χειριστή ψηφιακής κάμερας κι έναν ηχολήπτη (στο πρώτο μισό της ταινίας). Μια ταινία συμπαθητική που όμως από τη μέση και μετά, λόγω του ενός κενού χρόνου που μεσολάβησε μεταξύ των γυρισμάτων, γίνεται πολύ αργή στην εξέλιξή της, βαρετή κι ελαφρώς ανέμπνευστη.

«Just another love story» ονομάζεται μια ιδιόρρυθμη δανέζικη ταινία που συνδυάζει, άλλοτε πετυχημένα άλλωτε όχι, τη μαύρη κωμωδία με το ερεβώδες θρίλερ. Από τις ευχάριστες εκπλήξεις του φεστιβάλ που πάντως δεν μπορείς να χαρακτηρίσεις ως πολύ καλές, παρ’ ότι πέρασες όμορφα το χρόνο σου. Ανατροπή στην ανατροπή κουράζει...

«Παραλογιστάν» και ξερό ψωμί, θα πουν σίγουρα κάποιοι το απόγευμα της Παρασκευής. Κι αυτό, γιατί ο Φάιτ Χέλμερ φροντίζει η ταινία του να θυμίζει πολύ Αριστοφάνη (και συγκεκριμένα, Λυσιστράτη), αλλά και πολύ Κουστορίτσα με μουσική Μπρέγκοβιτς. Τι άλλο να θέλουν περισσότεροι Έλληνες; Πάντως, αναμφισβήτητα στο τρυφερό και ρομαντικό κομμάτι τα πάει καλύτερα απ’ ότι σε αυτό της κωμωδίας.

Στις ταινίες προς αποφυγίν, περιλαμβάνεται το «Δικό μου Γουίνιπεγκ» (αφόρητα επαναλαμβανόμενο και ανούσιο) και στις must, το –έγκλημα και τιμωρία-κοινωνικό «Boy A» με τα συγκλονιστικά flashbacks και το ανυπέρβλητο φινάλε (από αυτά που βρίσκουμε με το σταγονόμετρο).

Οι ψήφοι του κοινού, θα χορέψουν μάλλον «Rumba», ενώ της επιτροπής πάνε προς «Παραλογιστάν». Μην αποκλείετε πάντως τίποτα, καθώς υπάρχει τεράστια διχογνωμία στην επιτροπή (π.χ. το “Afterschool” πήρε από 1 ως 8 στα 10) και οι τελικές αποφάσεις θα παρθούν Παρασκευή απόγευμα...

Orpheus L.

FESTIVAL REVIEW 1 [17 - 21 / 9]

Κακά τα ψέμματα οι Νύχτες Πρεμιέρας έχουν καθιερωθεί ως ένα από τα πολυαναμένονα και διάσημα meeting points της πόλης των Αθηνών. Όλοι οι άνθρωποι, όλων των ηλικιών έχουν συνδέσει τον Σεπτέμβρη τους με το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Αθηνών, το οποίο κάθε χρόνο προσφέρει ένα εναλλακτικό κινηματογραφικό θέαμα, οργανώνοντας ένα πλουραλιστικό πρόγραμμα για κάθε γούστο. Κατά τη γνώμη μου οι ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ πάνε να καθιερωθούν ως ένα σύχρονο σημαντικό φεστιβαλικό γεγονός της Ελλάδας, αγγίζοντας τη δυναμική και τη δημοφιλία του άλλοτε κραταιού Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, με μια τελείως διαφορετική οπτική βέβαια, και σε ένα τελίως διαφορετικό κοινωνιολικό κλίμα. Η δίψα του σινεφίλ για τις ταινίες του φεστιβάλ είναι μεγάλη, και είναι όντως σπουδαίο ουμανιστικό γεγονός, να παρατηρείς ανθρώπους μοναχικούς, trendy με up διάθεση, παλαιού τύπου σινεφίλ και do it yourself κινηματογραφιστές, αγαπημένα ζευγάρια και μεγάλες παρέες του χαβαλέ, ήσυχους παρατηρητές του σελιλόιντ και μεγάλης ηλικίας καλοπερασάκηδες, όλοι με άποψη και όλοι στον ίδιο χώρο, στην ίδια πόλη, κάθε Σεπτέμβρη. Όσο κι αν ξενίζει και ξινίζει μερικούς που το ενδιαφέρον κατέβηκε από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα, όσο κι αν λένε ότι η κουλτούρα, η παιδεία δεν είναι ίδια, και -μάλλον κατώτερη, το μόνο σίγουρο είναι ότι τα χρόνια του "εξώστη" πέρασαν ανεπιστρεπτί, και η εποχή του happy event, του Toy και του Jokers είναι εδώ, γιατί πως να το κάνουμε -οι εποχές αλλάζουν, τα μυαλά εξελίσσονται -θετικά ή αρνητικά θα δείξει-, οι διοργανώσεις αλλάζουν ύφος και πρέπει να πιάνουν το παλμό της κοινωνίας..

Από κει και πέρα, τόσο το "Ανάμεσα στους τοίχους" του Λοραν Καντέ, όσο και η "Συνεκδοχή της ΝΥ" του Τσάρλικ Κάουφμαν, ήταν οι ταινίες που μου έμειναν για homework, το πρώτο 4ήμερο. Η πρώτη παρουσιάζει με το γνωστό γαλλικό ακαδημαϊκό τρόπο τα σύγχρονα πρόβλήματα της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας, με τον καθηγητή - σεναριογράφο να είναι μόνος του-όλη η ταινία, γιατί για να είμαστε ειλικρινείς, αν άφηνε τον Καντέ να κάνει την ταινία μόνος του, θα βλέπαμε ένα ακόμη κλασσικό δράμα δωματίου. Από την άλλη, στην πρώτη του σκηνοθετική προσπάθεια, ο θεόμουρλος Κάουφμαν, αποφάσισε να γυρίσει το Adaptation, το Being John Malkovich, το Human Nature, την Αιώνια Λιακάδα ενός Καθαρού Μυαλού, σε μια ταινία 140 λεπτών.. χάνοντας το μυαλό του κανονικά, αλλά και το δικό μας. Είμαι σίγουρος ότι πολλοί θα τη μισήσουν, λίγοι θα τη λατρέψουν. Μέση κατηγορία δεν υπάρχει. Άλλοι, θα πουν ότι το πρώτο μέρος του αστείρευτου γέλιου είναι απλά εκπληκτικό αλλά μετά το παράκανε. Προσωπικά θα πω ότι απλά πρόκειται για μια καθαρά φεστιβαλική ταινία που θα πατώσει στις αίθουσες και θα πουλήσει στα dvd, γιατί δεν πρόκειται για μια ταινία σινεφίλ, αλλά για μια ταινία λίγων σινεφίλ..

Άλλες προτάσεις είναι το "Χυμαδιό", ένα χαβελεδιάρικο νεανικό δράμα στην καυτή Νέα Υόρκη (μας θυμίζει την αφόρητη ζέστη στο "Το Καλοκαίρι του Σαμ"). Το "Afterschool" αν και πραγματεύεται ένα σημαντικό θέμα της γενιάς μας, στο απρόβλεπτο Αμέρικα, χάνει την μπάλα με τα σκηνοθετικά του τερτίπια. Σκληρή ταινία με τρόπο κινηματογράφησης από το μετά-Νουβέλ Βανγκ κλίμα στο Παρίσι, με τα κομμένα κεφάλια, τα αφαιρετικά πλάνα, τους.. αδρανείς ρυθμούς. Όποιος κάνει το λάθος να σκεφτεί Γκας Βαν Σαντ και "Elephant" το έχασε στη σύγκριση. Τα.. πρεζάκικα "Τα καλύτερα πράγματα", δεν είναι η ταινία - ένα βήμα από το "Trainspotting", αλλά η επαρχιώτικη βρετανική εκδοχή της σκληρής "Κριστιάν Φ.", εκείνο το δυτικογερμανικό πρεζάκικο δράμα στο Βερολίνο του '70.. Δύσκολο στην οπτική του! Τέλος του "Go with peace Jamil" είναι από τα καλύτερα μουσουλμανικά δράματα των τελευταίων ετών, χωρίς τους φανφαρονισμούς και τις λυπητερές του ιρανικού κινηματογράφου, αλλά με ένα ευρωπαικό και σπιντάτο σύγχρονο τρόπο κινηματογράφησης. Δε νομίζω ότι θα βρει κοινό στη χώρα μας, λόγω του "έξω από δω" θέματός του.. Πολύ ισλάμ βρε αδελφέ..

Νέστορας Πουλάκος

14ες ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ λοιπόν (και όχι «Φεστιβάλ Κινηματογράφου Αθήνας Conn-x», καθώς η… «υποδούλωση» του σταθερά αγαπημένου μας αθηναϊκού κινηματογραφικού φεστιβάλ στον εκάστοτε χορηγό μας ξενερώνει απίστευτα…) και φέτος οι γκρίνιες φαίνεται να είναι περισσότερες από κάθε άλλη χρονιά, με τους επαγγελματίες του χώρου (κριτικούς, δημοσιογράφους κλπ.) να δυσανασχετούν για τις μετρημένες στα δάχτυλα πραγματικά ενδιαφέρουσες ταινίες (εννοείται πέρα από τις πρεμιέρες, οι οποίες έτσι κι αλλιώς θα βγουν αργά ή γρήγορα στις αίθουσες), αλλά και για τους διάφορους περιορισμούς ως προς τη δυνατότητα έγκαιρης εξασφάλισης θέσης σε αυτές και τους υπόλοιπους σινεφίλ να επαυξάνουν, σχολιάζοντας σε πηγαδάκια, αλλά και στο blog του φεστιβάλ – το οποίο δημιουργήθηκε για πρώτη φορά φέτος – τόσο την ποιότητα των ταινιών, όσο και την καθυστέρηση λόγω τεχνικών δυσκολιών της διάθεσης των καρτών διαρκείας στο κοινό, αλλά και της ανακοίνωσης του αναλυτικού προγράμματος.

Παρ’ όλα αυτά, καθημερινά κόσμος και κοσμάκης πάει κι έρχεται στις 4 αίθουσες που διεξάγονται σταθερά κάθε χρόνο οι «Νύχτες», με αρκετές από τις προβολές να γίνονται sold out σχεδόν από την πρώτη μέρα (βλέπε «Το Κύμα», «Vicky Christina Barcelona», «Choke», αλλά και το «Αμάρτημα του Παρελθόντος» του Ζακ Τουρνέρ…) και παντού βλέπεις χαμογελαστές φατσούλες με ζωγραφισμένη πάνω τους τη λαχτάρα να ανακαλύψουν αυτό το «κάτι», που θα τους κάνει να νιώσουν ότι άξιζε πραγματικά τον κόπο που συμμετείχαν σε ένα ακόμη κινηματογραφικό φεστιβάλ και ότι δεν έχασαν το χρόνο τους. Σ’ αυτό το χαμόγελο βέβαια συνεισφέρουν τα μέγιστα και κάποιες… γλυκύτατες παρουσίες όπως η Βαρβάρα, η Στέλλα και η Μαρία, που είναι πάντα πρόθυμες, η κάθεμιά από το πόστο της, να βοηθήσουν ώστε να είναι τα πάντα στην εντέλεια.

Ας μιλήσουμε όμως και για ταινίες.

Προσωπικά αυτό το «κάτι» που ανέφερα παραπάνω, το βρήκα ήδη στη «Συνεκδοχή της Νέας Υόρκης», η οποία αποτελεί το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Τσάρλι Κάουφμαν, στον οποίο χρωστάμε μεταξύ άλλων και το – βραβευμένο με Όσκαρ – σενάριο της «Αιώνιας Λιακάδας Ενός Καθαρού Μυαλού», μιας από τις κορυφαίες romcoms που έχουν γυριστεί ποτέ. Όσο «αλλού» θα μπορούσατε να τη φανταστείτε κι ακόμη περισσότερο, η «Συνεκδοχή» απαιτεί από το θεατή την πλήρη αφοσίωση στο όραμα του ιδιοφυούς σεναριογράφου, καθώς σε αντίθετη περίπτωση, υπάρχει η – μεγάλη – πιθανότητα να της γυρίσει την πλάτη, αδιαφορώντας και γι’ αυτό ακόμη το εξαιρετικό της καστ, με επικεφαλής έναν Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στην – αν όχι κορυφαία, σίγουρα την πλέον πολυσύνθετη – ερμηνεία της καριέρας του, πλαισιωμένο από «ιέρειες» του ανεξάρτητου αμερικανικού σινεμά, όπως η Χόουπ Ντέιβις, η Τζένιφερ Τζέισον Λι, η Κάθριν Κίνερ και η Σαμάνθα Μόρτον. Μια γλυκόπικρη, σουρεαλιστική, βαθυστόχαστη, αστείρευτα εμπνευσμένη, αφάνταστα διασκεδαστική ανά σημεία, συχνά δυσνόητη και δυσκολοχώνευτη, αλλά ουδέποτε ανιαρή ματιά στην ψυχοσύνθεση και τη ζωή ενός θεατρικού συγγραφέα & σκηνοθέτη αφοσιωμένου στην τέχνη του, αλλά και στην ίδια την πόλη της Νέας Υόρκης όπου ζει και δημιουργεί, μέσα από τον… παραμορφωτικό φακό του Κάουφμαν, η οποία επιφυλάσσει ουκ ολίγες εκπλήξεις στον – πρόθυμο να βυθιστεί στους ρυθμούς και τις άφθονες… «στραβοτιμονιές» της – θεατή, προορισμένη να λατρευτεί ή να μισηθεί με την ίδια ακριβώς ένταση. Όπως, άλλωστε, συμβαίνει συχνά με δημιουργίες τόσο προσωπικές, που – μοιραία – αφήνουν τους πολλούς «στην απ’ έξω»…

Από κει και πέρα, υπήρξαν ταινίες όπως το «Ανάμεσα στους Τοίχους» του Λοράν Καντέ – ο φετινός Χρυσός Φοίνικας και το φιλμ που εγκαινίασε επίσημα τις «Νύχτες» – και το «Θα Πεθάνετε Όλοι Εκτός Από Μένα» της… γοητευτικότατης 24χρονης Βαλέρια Γκάι Γκουερμάνικα (googlάρετέ την οπωσδήποτε!), και οι δύο από το τμήμα Διαγωγή Μηδέν του φεστιβάλ, οι οποίες μας άφησαν αρκετά καλές εντυπώσεις, με την πρώτη να αποτελεί μια ρεαλιστική, εκ των έσω (η ταινία βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Φρανσουά Μπεγκοντό, ο οποίος κρατά και τον βασικό πρωταγωνιστικό ρόλο) καταγραφή της συχνά έκρυθμης σημερινής κατάστασης στα δημόσια σχολεία του Παρισιού, όπου η συντριπτική πλειοψηφία των μαθητών προέρχεται από τις κάποτε γαλλικές αποικίες, που όμως δεν αποφεύγει κάποιες κοιλιές μετριάζοντας τις τελικές μας εντυπώσεις, και τη δεύτερη να εστιάζει με ντοκιμαντερίστικη ακρίβεια, αλλά και ευδιάκριτη συγκατάβαση στην καθημερινότητα τριών 14χρονων κοριτσιών, τα οποία βιώνουν το οριστικό τέλος της αθωότητας κατά τη διάρκεια μιας σχολικής γιορτής, χωρίς ωστόσο να αποφεύγει την ανακύκλωση κάποιων κλισέ, ιδίως όσον αφορά στη συμπεριφορά γονιών και καθηγητών.

Για το ευφάνταστο και εξόχως διασκεδαστικό «Άμλετ 2: Η Ανάσταση» και την αχαλίνωτα σατιρική και αφάνταστα ξεκαρδιστική «Τροπική Καταιγίδα», με τον απίθανο Στιβ Κούγκαν κοινό παρονομαστή ανάμεσά τους, καθώς στην πρώτη πρωταγωνιστεί και στη δεύτερη κρατά ένα μικρό αλλά αξιοσημείωτο ρόλο, μπορείτε να διαβάσετε λεπτομερώς στις αντίστοιχες κριτικές, καθώς και οι δύο ταινίες βγαίνουν κανονικά στις αίθουσες από μεθαύριο Πέμπτη. Το βραβευμένο στις Κάννες με το Μεγάλο Βραβείο της επιτροπής «Γόμορρα» από την άλλη, σίγουρα παρουσιάζει έντονο ενδιαφέρον – και πως θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, από τη στιγμή που αποτελεί μεταφορά του ομώνυμου best seller/ντοκουμέντου του δημοσιογράφου Ρομπέρτο Σαβιάνο, ο οποίος τελεί υπό καθεστώς αστυνομικής προστασίας, λόγω των απειλών που δέχεται για τη ζωή του -, ιδίως όσον αφορά τη ρεαλιστική απεικόνιση της εξάπλωσης των διχτυών της Καμόρα, της θρυλικής ιταλικής μαφίας, από τα ναρκωτικά και την πορνεία, μέχρι τον τουρισμό, αλλά και τις συνθήκες αλόγιστης βίας υπό τις οποίες δρουν τα μέλη της (που με την αξυρισιά, τις βερμούδες και τις σαγιονάρες τους, διόλου δε θυμίζουν… «Νονό»), ωστόσο ο Ματέο Γκαρόνε (σκηνοθέτης του… αδυσώπητου «Primo Amore») δε φροντίζει να εμπλουτίσει τη ματιά του με τα στοιχεία εκείνα που θα προσέδιδαν ένταση στην ταινία του, επιμένοντας λίγο-πολύ σε μια αποστασιοποιημένη, «just the facts» καταγραφή των γεγονότων, που κρατά αμέτοχο το θεατή.

Ό,τι καλύτερο για την ώρα που προβλήθηκε (μεταμεσονύκτια, σε μια αίθουσα που το 40% του κοινού ήταν γυναικοπαρέες…) το «The Auteur», ένας… γαργαλιστικός συνδυασμός mockumentary και μυθοπλασίας με θέμα τη ζωή και τη δράση του «θρυλικού», έκπτωτου Λατίνου πορνοσκηνοθέτη Αρτούρο Ντομίνγκο, του επονομαζόμενου και… Κιούμπρικ της πορνογραφίας(!), ο οποίος κάνει ό,τι μπορεί για να φέρει επιτέλους στις αίθουσες την director’s cut εκδοχή του magnum opus του «Full Metal Jackoff», η οποία είχε σφαγιαστεί από τους παραγωγούς του, χαρακτηριζόμενη ως… κρυφο- ομοφυλοφιλική, ενώ δε θα μπορούσα να πω το ίδιο για την τελευταία σκηνοθετική δουλειά του καταξιωμένου, ελληνικής καταγωγής, διευθυντή φωτογραφίας Φαίδωνα Παπαμιχαήλ, «Εκ Των Έσω», η οποία, παρά την ενδιαφέρουσα κεντρική της ιδέα (ο ένας μετά τον άλλο, οι κάτοικοι ενός θεοσεβούμενου/θεοφοβούμενου παραθαλάσσιου χωριού αρχίζουν να αυτοκτονούν, ορμώμενοι από μια παλιά κατάρα), δεν καταφέρνει να κινηθεί σε επίπεδα πέραν του μετρίου, εκτός από 2-3 καλοστημένες σκηνές gore και παρά την ανατροπή του φινάλε. Ο ίδιος ο δημιουργός, πάντως, παραδέχτηκε πως ο τρόμος δεν είναι το φόρτε του, ενώ η παρουσία της Ράμερ Γουίλις (κόρης του Μπρους και της Ντέμι Μουρ!) σε μικρό, αλλά χαρακτηριστικό ρόλο, αρκεί για να μας κάνει να δώσουμε στην ταινία μια δεύτερη ευκαιρία μελλοντικά.

Οι σκηνοθέτες των «Dream Boy» και «Νύχτες και Σαββατοκύριακα», Τζέιμς Μπόλτον και Τζο Σουάνμπεργκ αντίστοιχα, ήταν παρόντες στις αίθουσες που προβλήθηκαν οι ταινίες τους, για να μας μιλήσουν γι’ αυτές, οι ίδιες οι ταινίες τους ωστόσο, δε μας είπαν και τόσα πολλά, με την πρώτη να επιχειρεί ανεπιτυχώς να μας βάλει στην ατμόσφαιρα της ομοφυλοφιλικής σχέσης ανάμεσα σε δύο εφήβους σε μια μικρή πόλη του αμερικανικού νότου στα τέλη των ’70s, και τη δεύτερη να μην προσφέρει τίποτε περισσότερο από μια λίγο-πολύ προβλέψιμη γύμνια, συναισθηματική και σωματική, που περιμένεις να βρεις σε τόσο προσωπικές και low budget δημιουργίες του ανεξάρτητου αμερικανικού και δη D.I.Y. σινεμά.

Εκείνος πάντως που μας κατέκτησε τόσο με τις δουλειές του, όσο και με την προσωπικότητά του ήταν ο – άνετος και φιλικός με τους πάντες – Μπιλ Πλίμπτον, ένας από τους κορυφαίους και πολυβραβευμένους ανεξάρτητους αμερικανούς δημιουργούς κινουμένων σχεδίων, όλες οι ταινίες του οποίου («Παντρεύτηκα έναν Περίεργο», «Η Μελωδία», «Άγγελοι και Ηλίθιοι», αλλά και η συρραφή από μικρού μήκους δουλειές του «Plymptoons»), καταχειροκροτήθηκαν από τους θεατές που κατάκλυσαν τις αίθουσες όπου αυτές προβλήθηκαν, ανταποκρινόμενοι στο έπακρο στο κοκτέιλ χιούμορ, βίας και… σεξ, που προσέφεραν απλόχερα. Το πόσο ανεξάρτητος είναι μάλιστα, ο Πλίμπτον το απέδειξε προβαίνοντας σε πωλήσεις dvd και σκίτσων του σε πάσα ενδιαφερόμενο, κάθε φορά που του δινόταν η ευκαιρία (ακόμη και… έξω από το Αττικόν!), προκειμένου να μαζέψει κάνα φράγκο για τις προσεχείς δουλειές του. Σε καλή μεριά βρε!

Χάρης Παπαπαναγιώτου

Κλείσαμε τέσσερις μέρες απ’την έναρξη του 14ου διεθνούς φεστιβάλ κινηματογράφου και αν μη τι άλλο, πάμπολλες ταινίες διαφορετικών ειδών έχουν διεισδύσει μέσω των οφθαλμών στη σκέψη και την ψυχή μας.


Η απόλυτη ταινία αρνητισμού και καταθλιπτικής ατμόσφαιρας είναι ασφαλώς το «Τα καλύτερα πράγματα». Όσοι την έχετε δει, στο ανάγνωση και μόνο του ονόματός της θα αναστενάξατε. Επί δύο ώρες παρακολουθούμε έφηβους τις Βρετανικής επαρχείας να τρυπιόνται με βελόνες, να καπνίζουν κρακ και να αναζητούν την αγάπη μέσα από την ολική παρακμή. Από την άλλη, παρακολουθήσαμε τη ντυμένη, με χρυσό φοινικιασμένο μανδύα, ταινία του Καντέ «Ανάμεσα στους τοίχους» που είναι ένα αριστούργημα παιδαγωγικού και ανθρωπολογικού ενδιαφέροντος, ακόμη κι αν σκηνοθετικά δεν έχει να επιδείξει σπουδαία πράγματα.


Οι «Χορευτές» της Π.Φ.Κρίστενσεν ήταν ένα καλοστημένο δράμα με εξαιρετική μουσική επένδυση (μεταξύ των κομματιών και μια light διασκευή του Bowie-κού ύμνου «Let’s Dance») που αποκλείεται να μην το ευχαριστηθήκατε, σε αντίθεση με το αρκετά κουραστικό και προβλέψιμο «Afterschool» για τα αμερικανάκια, τη σχέση τους με το youtube, το πορνό και τα ναρκωτικά.


Μια παντελώς αδιάφορη ταινία του διαγωνιστικού (τουλάχιστον για μένα) ήταν το «Dream Boy» που περιγράφει αρκετά άκομψα τον ομοφυλοφιλικό έρωτα δύο εφήβων. Κάτι σα νεανικό Brokeback Mountain που σου προσφέρει μιάμιση ώρα χασμουρητού. Το «Versailles» από την άλλη, παρά τους πολύ αργούς ρυθμούς του, μου άφησε πολύ καλύτερες εντυπώσεις με την ατμοσφαιρικότητά του και την προσέγγιση του θέματος της φτώχειας- σαν πραγματικότητα, αλλά και σαν τρόπο ζωής. Πολύ όμορφα τα πλάνα μες στο δάσος για εμάς τους αστικοποιημένους.


Με αγωνία περίμενα τη «Συνεκδοχή της Ν.Υόρκης» του “παλαβού” Τσάρλι Κάουφμαν που με άφησε με συγχεχυμένα συναισθήματα. Ασφαλώς, ενδιαφέρουσα η πληθωρική και σουρεαλιστική προσέγγιση του υπαρξισμού του, αλλά το παράκανε και μας κούρασε πολύ. Και ακόμη περισσότερο, τον πρωταγωνιστή Φ.Σ.Χόφμαν.


Τα «Γόμορρα» του Ματέο Γκαρόνε έδωσαν μια ακόμη νότα αίγλης στο φεστιβάλ, χωρίς να είναι η κορυφαία ταινία. Η παρουσίαση της βίαιης καθημερινότητας της Β.Νάπολης, θα μπορούσε να περιέχει και κάποιες κλιμακώσεις, ώστε να σε χώσει στο tripάκι της ταινίας και να συμμετάσχεις συναισθηματικά. Κάτι που έκανε αριστουργηματικά, ο κύριος Ομάρ Σαρκαουί με την καλύτερη, ως τώρα, ταινία του φεστιβάλ, «Go with peace Jamil». Ενδιαφέρον θέμα (θρησκευτικές και μη, συγκρούσεις), ακόμη πιο ενδιαφέρουσα σεναριακή προσέγγιση και εκπληκτική σκηνοθεσία που απαιτείται να βραβευθεί. Την Τετάρτη θα ξαναπροβληθεί με παρόντα τον πρωταγωνιστή της. Μην την χάσετε για κανένα λόγο, αρκεί να μην έχετε ευαίσθητα, στο ρεαλισμό, μάτια.


Τέλος, είδαμε και λίγη μπάλα (από αυτή που ουσιαστικά δε βλέπουμε στα ελληνικά γήπεδα) στο «Ποδόσφαιρο με τσαντόρ» του Αϊάτ Ναζαφί. Μια γλυκιά και ευαίσθητη κοινωνικά ταινία με θέμα την ιρανική ηθική απέναντι στις γυναίκες, άτυπη συνέχεια των «Κάντο όπως ο Μπέκαμ» και του «Οφσάιντ».


Τα ξαναλέμε την Πέμπτη...


Orpheus L.



FESTIVAL REVIEW [22-25/9]


Βρισκόμαστε στα μισά του φεστιβάλ «Νύχτες Πρεμιέρας» και παράλληλα με την παρακολούθηση ταινιών, ένα μέρος του μυαλού μας είναι στα βραβεία. Αναρωτιόμαστε αν το θέλω μας ταυτίζεται με την απόφαση της νεανικής κριτικής επιτροπής. Αρκετές ταινίες απολαύσαμε και πάλι (όπως κι εσείς, φαντάζομαι)...

Το «Sita sings the blues» είναι ένα animation film που η απεικόνιση και η κίνηση των ηρώων συνδύαζε την τεχνική της γελιογραφίας με αυτή του θεάτρου σκιών. Blues του ’20, καθώς και μπόλικη ινδική μουσική να ντύνουν την εξιστόρηση δύο χωρισμών, ενός στο παρελθών (της Sita) κι ενός στο σήμερα (της Nina). Από τα πιο ξεχωριστά φιλμ που είδαμε που όμως πέρα από τη διαφορετικότητά του (ειδικά στο σενάριό του), δε θα μας μείνει τίποτε άλλο για πολύ καιρό στη μνήμη.

Το «Bananaz» (όχι του Άλεν) είναι το documentary που γδύνει ένα από τα σημαντικότερα εναλλακτικά γκρουπ της τελευταίας πενταετίας, τους Gorillaz. Ό,τι μπορεί να θέλει να μάθει ένας φαν τους, από τη δημιουργία τους, τη γένεση των δίσκων τους, τα προβλήματα που αντιμετώπισαν, βρίσκονται σε αυτό το φιλμάκι μιάμισης ώρας.

Το «Nights and Weekends» είναι μια do it yourself παραγωγή που κόστισε μόλις 10.000 ευρώ (!!!). Οι δύο δημιουργοί του αφηγούνται την προσωπική τους ιστορία με με έναν χειριστή ψηφιακής κάμερας κι έναν ηχολήπτη (στο πρώτο μισό της ταινίας). Μια ταινία συμπαθητική που όμως από τη μέση και μετά, λόγω του ενός κενού χρόνου που μεσολάβησε μεταξύ των γυρισμάτων, γίνεται πολύ αργή στην εξέλιξή της, βαρετή κι ελαφρώς ανέμπνευστη.

«Just another love story» ονομάζεται μια ιδιόρρυθμη δανέζικη ταινία που συνδυάζει, άλλοτε πετυχημένα άλλωτε όχι, τη μαύρη κωμωδία με το ερεβώδες θρίλερ. Από τις ευχάριστες εκπλήξεις του φεστιβάλ που πάντως δεν μπορείς να χαρακτηρίσεις ως πολύ καλές, παρ’ ότι πέρασες όμορφα το χρόνο σου. Ανατροπή στην ανατροπή κουράζει...

«Παραλογιστάν» και ξερό ψωμί, θα πουν σίγουρα κάποιοι το απόγευμα της Παρασκευής. Κι αυτό, γιατί ο Φάιτ Χέλμερ φροντίζει η ταινία του να θυμίζει πολύ Αριστοφάνη (και συγκεκριμένα, Λυσιστράτη), αλλά και πολύ Κουστορίτσα με μουσική Μπρέγκοβιτς. Τι άλλο να θέλουν περισσότεροι Έλληνες; Πάντως, αναμφισβήτητα στο τρυφερό και ρομαντικό κομμάτι τα πάει καλύτερα απ’ ότι σε αυτό της κωμωδίας.

Στις ταινίες προς αποφυγίν, περιλαμβάνεται το «Δικό μου Γουίνιπεγκ» (αφόρητα επαναλαμβανόμενο και ανούσιο) και στις must, το –έγκλημα και τιμωρία-κοινωνικό «Boy A» με τα συγκλονιστικά flashbacks και το ανυπέρβλητο φινάλε (από αυτά που βρίσκουμε με το σταγονόμετρο).

Οι ψήφοι του κοινού, θα χορέψουν μάλλον «Rumba», ενώ της επιτροπής πάνε προς «Παραλογιστάν». Μην αποκλείετε πάντως τίποτα, καθώς υπάρχει τεράστια διχογνωμία στην επιτροπή (π.χ. το “Afterschool” πήρε από 1 ως 8 στα 10) και οι τελικές αποφάσεις θα παρθούν Παρασκευή (26/9) απόγευμα...

Orpheus L.
 
Copyright © 2006-2010 CINEMaD. Developed by Komrade.