ΑΡΧΙΚΗ arrow CINEMA arrow Η ΔΙΚΗ ΤΗΣ ΝΥΡΕΜΒΕΡΓΗΣ *****
Η ΔΙΚΗ ΤΗΣ ΝΥΡΕΜΒΕΡΓΗΣ ***** JUDGMENT AT NUREMBERG Εκτύπωση
Αξιολογήστε το κείμενο:
(8 ψήφοι)
Συντάκτης: Δημήτρης Κιαχίδης   
19.09.08
Ιστορικά Δράμα – Η.Π.Α. 1961
Σκηνοθεσία: Στάνλει Κράμερ
Σενάριο: Άμπυ Μαν
Πρωταγωνιστούν: Σπένσερ Τρέισι, Μπαρτ Λάνκαστερ, Μοντγκόμερι Κλιφτ, Μάρλιν Ντίτριχ, Ρίτσαρντ Γουίντμαρκ, Μαξιμίλιαν Σερ                                                              
Διάρκεια: 186’
Διανομή: ΑΜΑ Films


1948. Στη Νυρεμβέργη, πόλη-σύμβολο για το ναζιστικό καθεστώς, διεξάγεται μια σειρά από δίκες με κατηγορούμενους στελέχη του Γ’ Ράιχ. Η δίκη των κορυφαίων εγκληματιών πολέμου έχει ήδη γίνει και τώρα στο εδώλιο κάθονται ανώτερα και μεσαία μέλη της διακυβέρνησης. Σε μια από αυτές πρόεδρος ορίζεται ο Νταν Χέιγουντ (Spencer Tracy), ένας συνταξιούχος δικαστής από το Μέιν των ΗΠΑ. Κατηγορούμενοι είναι τέσσερις ανώτατοι υπάλληλοι του Υπ. Δικαιοσύνης. Ανάμεσά τους ο Ερνστ Γιάνινγκ (Burt Lancaster), πρώην γραμματέας του Υπουργείου και δικαστής. Διαπρεπής νομικός, χωρίς να είναι ναζί, επέλεξε να μην παραιτηθεί με την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία. Σιωπηλός σε όλη τη δίκη, θα ξεσπάσει σε ένα οριακό σημείο, ουσιαστικά επιζητώντας τη λύτρωση. Το βασικό επιχείρημα του μαχητικού συνηγόρου του Χανς Ρολφ (Maximilian Schell) είναι ότι ο Γιάνινγκ υπάκουε απλώς στους νόμους. Από την άλλη, ο αποφασιστικός συνταγματάρχης Λόουσον (Richard Widmark), εκπρόσωπος της Πολιτικής Αγωγής που θεωρεί πως ο Γιάνινγκ είναι ουσιαστικά εξίσου ένοχος με τους φυσικούς αυτουργούς. Σημαντικό ρόλο στη δίκη θα παίξει η μαρτυρία της Ιρένε Χόφμαν (Judy Garland).
 
Ο πρόεδρος, άνθρωπος με σαφή αίσθηση του δικαίου, προσπαθεί να κατανοήσει τα αίτια της στάσης του Γιάνινγκ κατά τη διάρκεια του ναζισμού αλλά και ολόκληρου του γερμανικού λαού. Γνωρίζεται με τη χήρα (Marlene Dietrich) ενός Γερμανού στρατηγού που εκτελέστηκε για εγκλήματα πολέμου, η οποία και προσπαθεί να τον πείσει ότι οι Γερμανοί δεν γνώριζαν για τις φρικαλεότητες που διαπράττονταν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Στο μεταξύ, έχει αρχίσει ο αποκλεισμός του Βερολίνου από τους Σοβιετικούς, και η κρίση στην Τσεχοσλοβακία. Ουσιαστικά, έχει ξεκινήσει ο ψυχρός πόλεμος και ο πρόεδρος, όπως και η Πολιτική Αγωγή, δέχονται πιέσεις για την επιεική αντιμετώπιση των κατηγορουμένων μια και η Δυτική Γερμανία θα είναι ο μέλλων σύμμαχος εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης.
 Η ταινία γυρίστηκε το 1961, στο αποκορύφωμα του ψυχρού πολέμου. Και όμως, το εκπληκτικό σενάριο του Abby Mann, γραμμένο αρχικά για την τηλεόραση του CBS, εκστομίζει ανομολόγητες μέχρι τότε αλήθειες. Αναφέρεται στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι, δείχνει την καταστραμμένη Νυρεμβέργη – μια έμμεση αλλά σαφέστατη αναφορά στις βομβαρδισμένες γερμανικές πόλεις. Ουσιαστικά, πράξεις αντεκδίκησης με εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς αμάχους, που στοιχειοθετούν εγκλήματα πολέμου και έμειναν ατιμώρητα. Μας υπενθυμίζει ότι η Ευρώπη ανέχτηκε, στήριξε τον Χίτλερ στη δεκαετία του ’30 αφού την εξυπηρετούσε ως αντίπαλος των Σοβιετικών. Επίσης, αναφέρει τις στενές δοσοληψίες των μεγάλων αμερικανικών βιομηχανιών με τους ναζί και το γεγονός ότι η ευγονική δεν ήταν δική τους πρωτοτυπία.
 Παράλληλα όμως, μας δείχνει πώς σχεδόν ένας ολόκληρος λαός (υπήρξε αντίσταση εναντίον του Χίτλερ, αν και πολύ μικρή) εθελοτυφλούσε καλυμμένος από τη φράση «Δεν γνωρίζαμε» και πως οριστική κάθαρση και πλήρης τιμωρία δεν επήλθε ποτέ, για λόγους πολιτικούς σκοπιμότητας.
 Προσεγγίζει επίσης το θέμα της ατομικής ευθύνης του καθενός όταν δέχεται να υπακούει στους νόμους ενός απολυταρχικού καθεστώτος και να μην αντιστέκεται. Μην ξεχνάμε ότι πρόσφατα η Αμερική είχε ζήσει το όνειδος του Μακαρθισμού, μια υστερία που παρέσυρε ένα ολόκληρο έθνος, με ελάχιστες φωνές αντίστασης.
 Ο σπουδαίος, προοδευτικός παραγωγός Stanley Cramer (αναφέρω ενδεικτικά την ταινία του «Μάντεψε ποιος θα έρθει για δείπνο το βράδυ» του 1967 πάνω στο θέμα των φυλετικών προκαταλήψεων), εκτός από την παραγωγή, ανέλαβε και τη σκηνοθεσία. Διεισδυτική, άμεση, με καίριες κινήσεις της κάμερας, περιστροφικές και close-up. Μαζί με τη σκληρή, ασπρόμαυρη φωτογραφία του Ernest Laszlo, το μοντάζ, την περιορισμένη χρήση της μουσικής του Ernest Gold, κορυφώνουν τη δραματική ένταση του φιλμ. Οι λίγες τεχνικές αδυναμίες στα εξωτερικά γυρίσματα και η χρήση της αγγλικής γλώσσας από ένα σημείο και μετά, δυστυχώς από όλους τους χαρακτήρες, Γερμανούς και Αμερικανούς, παραβλέπονται με σχετική ευκολία.
 Οι ερμηνείες όλων των ηθοποιών είναι εξαιρετικές. Ο Burt Lancaster είναι εκφραστικότατος με τη σιωπή του, ο Spencer Tracy επιβλητικός, πράος ταυτόχρονα και αποφασισμένος να ερευνήσει και να αποδώσει δικαιοσύνη. Αποφασισμένοι είναι και οι δικηγόροι Maximilian Schell και Richard Widmark. Ο πρώτος κάνει τα πάντα για να σώσει τον πελάτη του, ο δεύτερος δεν μπορεί να προσπεράσει τα όσα είδε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η Marlene Dietrich θέλει να αποδείξει ότι οι Γερμανοί δεν είναι ένα έθνος τεράτων και η Judy Garland εκπροσωπεί τους λίγους που αντιστάθηκαν και δεν θέλει να ξεχάσει όσα έγιναν, σε αντίθεση με την πλειονότητα του γερμανικού λαού που θα υιοθετήσει τη λήθη ως στάση ζωής (τουλάχιστον μέχρι και τη δεκαετία του ’70). Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στην εμφάνιση του Montgomery Clift, που είναι κυριολεκτικά συγκλονιστικός.
 Μια ταινία μάθημα πολιτικής ιστορίας και ηθικής. Πάντα επίκαιρη και ας αναφέρεται στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, γιατί εύκολα μπορεί να αναχθεί σε άλλες εποχές και δυστυχώς και στη σημερινή. Δείτε την οπωσδήποτε!


 
 

 
Copyright © 2006-2012 CINEMaD. Developed by Nuevvo.