ΑΡΧΙΚΗ arrow CINEMA arrow TO MAΓAZI TΩN ΘAYMATΩN
TO MAΓAZI TΩN ΘAYMATΩN MISTER MAGORIUM WONDER EMPORIUM Εκτύπωση
Αξιολογήστε το κείμενο:
(0 ψήφοι)
Συντάκτης: Νίκος Κουλαυτάκης   
22.04.08
O μυστηριώδης ιδιοκτήτης ενός μαγικού καταστήματος παιχνιδιών, ο 243χρονος (κορακοζώητος ο κ. Mαγκόριουμ) έχοντας λιώσει το τελευταίο του ζευγάρι παπούτσια αντιλαμβάνεται πως ήρθε η ώρα να παραδώσει τα κλειδιά του καταστήματος σε κάποιο νεώτερο. H Mόλι, η νεαρή βοηθός του έκπληκτη κάποιο πρωί βλέπει ένα απρόσιτο και πληκτικό κύριο να καταφθάνει ζητώντας τον ιδιοκτήτη. Eίναι ο λογιστής που θα κάνει την εκτίμηση της αξίας του μαγαζιού για να μπορέσει να πουληθεί. Aυτή η κίνηση όμως θα αποδείξει στον ιδιοκτήτη και το προσωπικό του μαγαζιού πόσο ανεκτίμητο μπορεί να είναι ένα μαγαζί γεμάτο στα μαγεμένα παιχνίδια. Tο μαγαζί με μια αποφασιστική κίνηση «κατεβάζει ρολά» και διώχνει όποιον υποψήφιο αγοραστή παρουσιάζεται στο κατώφλι του. Tα παιχνίδια βουβαίνονται, τα έντονα χρώματα ξεθωριάζουν και η χαρά δίνει την θέση της σε μια βαθειά μελαγχολία. O μικρός βοηθός του μαγαζιού ο Xένρι γνωρίζοντας πολύ καλά τί θέλει το μαγαζί για να αναστηθεί, παρασύρει τον λογιστή κεντρίζοντάς του τη φαντασία σε ένα παιχνίδι που έπαθλο έχει την επιβίωση του μαγαζιού για άλλα 243 χρόνια...
Mια τρυφερή παιδική κατά κύριο λόγο ιστορία, γυρισμένη με τεράστιο budget σε ένα πό τα μεγαλύτερα στούντιο του Kαναδά (που ανήκει στον άξιο συμπατριώτη μας Nικ Mιρκόπουλο ο οποίος μας εκμυστηρεύτηκε ότι μόνο για τη φύλαξη των χιλιάδων παιχνιδιών η παραγωγή πλήρωνε κάπου 800.000 $ το χρόνο!) και τα ταλέντα του Nτάστιν Xόφμαν και της Nάταλι Πόρτμαν. Προφανώς όμως πρέπει να στόμωσε το μίξερ του σκηνοθέτη Zακ Xελμ.  Δεν εξηγείται αλλιώς το γιατί η ταινία παίρνοντας παράδειγμα από τα «μουλαρωμένα» αεροπλανάκια του κυρίου Mαγκόριουμ που αρνούνται να απογειωθούν, παραμένει κι αυτή πεισματικά καθηλωμένη στο έδαφος, σταλάζοντας στη ψυχή μας μαύρη μελαγχολία αντί της πολύχρωμης γιορτινής ευθυμίας όπως προφανώς ήταν ο αρχικός στόχος της. Aν θέλετε ντε και καλά Πασχαλινή διασκέδαση για τον κανακάρη σας, αναζητείστε την καλύτερα αλλού.

Φαντασίας
Σκηνοθεσία/ Σενάριο ΖΑΧ ΧΕΛΜ
Παραγωγή ΡΙΤΣΑΡΝΤ Ν. ΓΚΛΑΝΤΣΤΑΪΝ, ΤΖΕΪΜΣ ΓΚΑΡΑΒΕΝΤΕ
Πρωταγωνιστούν: ΝΤΑΣΤΙΝ ΧΟΦΜΑΝ, ΝΑΤΑΛΙ ΠΟΡΤΜΑΝ, ΤΖΕΪΣΟΝ ΜΠΕΪΤΜΑΝ, ΖΑΧ ΜΙΛΣ
Φωτογραφία ΡΟΜΑΝ ΟΣΙΝ
Σκηνογραφία ΤΕΡΕΖ ΝΤΕΠΡΕ
Κοστούμια ΚΡΙΣΤΟΦΕΡ ΧΑΡΓΚΑΝΤΟΝ
Μουσική ΑΛΕΞΑΝΤΡΕ ΝΤΕΣΠΛΑ, ΑΑΡΟΝ ΖΙΓΚΜΑΝ
Μοντάζ ΣΑΜΠΡΙΝΑ ΠΛΙΣΚΟ, ΣΤΙΒΕΝ ΓΟΥΑΪΖΜΠΕΡΓΚ
Διάρκεια 94'
Διανομή Village Films
http://www.magorium.com/



Η υπόθεση
Καλωσήρθατε στο ΜΑΓΑΖΙ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ του κυρίου Μαγκόριουμ, το πιο παράξενο, το πιο φανταστικό, το πιο μαγικό μαγαζί παιχνιδιών στον κόσμο. Ένας παραδεισένιος κόσμος παιχνιδιών στον οποίο όλα τα παιχνίδια έχουν τη δική τους ζωή  - όπως και το ίδιο το μαγαζί εξάλλου - και όπου όλα είναι δυνατά!
Αλλά, όλα αυτά, μέχρι που ο κ. Μαγκόριουμ, ο 243 ετών ιδιοκτήτης του μοναδικού αυτού μαγαζιού (Ντάστιν Χόφμαν) ανακοινώνει ότι μετά από πάρα πολλά χρόνια θέλει να παραδώσει το «βασίλειό» του στη νεαρή του βοηθό, Μόλι Μαχόνι (Νάταλι Πόρτμαν). Τότε το μαγαζί αποφασίζει να τον εμποδίσει. Και όταν ταυτόχρονα, ένας σκυθρωπός λογιστής εν ονόματι Χένρι (Τζέισον Μπέιτμαν) έρχεται για να κάνει έλεγχο στα οικονομικά του καταστήματος και να υπολογίζει την αξία του, στο κάποτε πολύχρωμο και ζωντανό κατάστημα συμβαίνουν μυστηριώδεις αλλαγές. Τα παιχνίδια είναι ακόμα στη θέση τους, αλλά χάνουν το χρώμα τους και παραμένουν σιωπηλά, και μόνο η Μαχόνι με τον Χένρι μπορούν να τα ξαναζωντανέψουν, αν με τη βοήθεια ενός 9χρονου παιδιού (Ζαχ Μιλς) καταφέρουν να ανακαλύψουν τη μαγεία που υπάρχει καλά κρυμμένη μέσα τους...
 
ΔEITE TO TRAILER ME EΛΛHNIKOYΣ YΠOTITΛOYΣ


ΤΟ ΜΑΓΑΖΙ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ του κ. Μαγκόριουμ

Στο ζωντανό και φανταστικό κόσμο του μαγαζιού παιχνιδιών του κύριου Μαγκόριουμ η φαντασία κυβερνά και ο,τιδήποτε μπορείς να βάλεις με το νου σου μπορεί να συμβεί...και συμβαίνει! Σε αυτό το «ζωντανό» κατάστημα παιχνιδιών, οι μπάλες χοροπηδούν από μόνες τους, αληθινά ψάρια κρέμονται από το ταβάνι, λούτρινα ζωάκια ζητούν να τα αγκαλιάσεις και οι μικροί πελάτες του μαγαζιού μπορούν και απολαμβάνουν αυτόν το μαγικό κόσμο, στο έπακρο! Αλλά όταν δύο περίπου αιώνες μαγείας δείχνουν να έχουν φτάσει στο τέλος τους, το κατάστημα αντιδρά με πολύ παράξενο τρόπο. Δίνει την ευκαιρία σε μία νεαρή γυναίκα που δεν πιστεύει και πολύ στον εαυτό της και έναν άντρα που ισχυρίζεται ότι δεν πιστεύει σε τίποτα μαγικό, να ανακαλύψουν ένα από τα μεγαλύτερα δώρα της ζωής: τη δυνατότητα να μένεις άφωνος και έκπληκτος από όλα αυτά που είναι πιθανό να συμβούν και δεν φανταζόσουν ποτέ!
Η ιδέα για ΤΟ ΜΑΓΑΖΙ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ του κ. Μαγκόριουμ, όπως είναι φυσικό, γεννήθηκε στο μυαλό ενός ταλαντούχου νεαρού συγγραφέα, και τώρα για πρώτη φορά σκηνοθέτη, που είχε και ο ίδιος κάποτε δουλέψει ως υπάλληλος σε ένα μαγαζί παιχνιδιών: του Ζαχ Χελμ, που πρόσφατα έγινε γνωστός γράφοντας το σενάριο της πρωτότυπης κωμωδίας Stranger Than Fiction, στην οποία πρωταγωνιστούσε ο Γουίλ Φέρελ και είχε σκηνοθετήσει ο Μαρκ Φόστερ. Όσο σπούδαζε ηθοποιία στο πανεπιστήμιο DePaul στο Σικάγο, ο Χελμ εμπνεύστηκε ξαφνικά από τη δουλειά που έκανε παράλληλα με τις σπουδές του, όντας υπάλληλος σε ένα κατάστημα παιχνιδιών, που του έβαλε στο μυαλό την ιδέα για το σενάριο της ταινίας Το ΜΑΓΑΖΙ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ.
«Το κατάστημα που δούλευα είχε μία εξίσου θαυμαστή και σπάνια συλλογή παιχνιδιών, όπως και αυτό του κ. Μαγκόριουμ, αλλά ήταν πολύ μικρότερο,» θυμάται ο Χελμ. «Και τότε, κατά τη διάρκεια ενός πολύ βαρετού, βροχερού απογεύματος, όταν κανένας πελάτης δεν ήταν στο μαγαζί, άρχισα να γράφω κάποιες σκέψεις στο ημερολόγιό μου. Τότε ήταν που σκέφτηκα την ιδέα ενός παιχνιδάδικου, το οποίο να ανήκει σε έναν ηλικιωμένο, 243 ετών. Όμως η ιδέα αυτή παρέμεινε για πολλά, πολλά χρόνια μέσα στο σημειωματάριό μου.»
Ήταν χρόνια μετά, όταν ο Χελμ βρέθηκε στο Χόλιγουντ και έψαχνε μία καλή ιδέα για να ξεκινήσει το πρώτο του σενάριο, που θυμήθηκε ΤΟ ΜΑΓΑΖΙ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ. «Πάντα είχα στο μυαλό μου αυτήν την ιστορία,» λέει ο Χελμ. Και όταν άρχισε να γράφει το σενάριο, εμπνεύστηκε με τους πιο απρόσμενους και περίεργους τρόπους και από πολλές διαφορετικές πηγές - από το σουρεαλισμό του Ρενέ Μαγκρίτ, από το θεοπάλαβο χιούμορ των Αδερφών Μαρξ, από το έργο των ρεαλιστών θεατρικών συγγραφέων Σάμιουελ Μπέκετ, Τομ Στόπαρντ και Χάρολντ Πίντερ, από τις απίστευτες μηχανές του Ρουμπ Γκόλντμπεργκ, αλλά και από το γέλιο που μόνο οι κούκλες του Muppet Show μπορούν να προσφέρουν.
Στο επίκεντρο όλων αυτών ήταν ένα ονειρεμένο κατάστημα παιχνιδιών που ο Χελμ θεωρεί ως το πιο «εκπληκτικό, παράξενο και απίστευτο μαγαζί σε όλο τον κόσμο.» Συνεχίζει, «Ο μύθος πίσω από αυτό το κατάστημα ήταν ότι ο κ. Έντουαρντ Μαγκόριουμ, ένας αιωνόβιος εφευρέτης παιχνιδιών, ήρθε στη χώρα το 19ο αιώνα και έχτισε αυτό το μαγαζί. Τα τελευταία χρόνια, πήρε στη δούλεψή του μία πιστή βοηθό, την Μόλι Μαχόνι, μία νεαρή κοπέλα, λίγο πριν την ενηλικίωση, στην οποία ελπίζει να μπορέσει να αφήσει το κατάστημα επειδή ο ίδιος πρέπει να αποχωρήσει. Το μοναδικό πρόβλημα είναι ότι η Μόλι δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει τη μαγεία που κρύβει μέσα της. Την ίδια στιγμή, ο κ. Μαγκόριουμ προσλαμβάνει έναν λογιστή για να εκτιμήσει την αξία του μαγαζιού, μόνο που ο Χένρι είναι ένας άνθρωπος των αριθμών και των κανόνων και αδυνατεί να κατανοήσει την πραγματική αξία του μαγαζιού. Όταν όλα αρχίζουν να αλλάζουν εξαιτίας της επικείμενης αποχώρησης του κ. Μαγκόριουμ και το μαγαζί αρχίζει να χάνει τη μαγεία του το ερώτημα είναι: αυτό συμβαίνει επειδή ο κ. Μαγκόριουμ φεύγει, είναι επειδή η Μαχόνι δεν πιστεύει στον εαυτό της και στο ότι μπορεί να αναλάβει το μαγαζί ή επειδή ο Χένρι έχει μπει στο προσκήνιο - και πως το κατάστημα θα «ζωντανέψει» ξανά;»
 


Γνωρίστε τον υπεύθυνο του καταστήματος, την Μόλι Μαχόνι!

Στο επίκεντρο της ιστορίας της ταινίας είναι η δημιουργική, αλλά και όχι τόσο έτοιμη για τον πραγματικό κόσμο, η Μόλι Μαχόνι, που είναι υπεύθυνη για ΤΟ ΜΑΓΑΖΙ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ του κ. Μαγκόριουμ. Κάποτε παιδί θαύμα στη μουσική, η Μόλι αγαπά τη μαγεία, αλλά και την παιχνιδιάρικη ατμόσφαιρα της δουλειάς της, αλλά ταυτόχρονα αισθάνεται και αγχωμένη γιατί ποτέ στη ζωή της δεν έχει καταφέρει να φέρει κάτι σε πέρας ως το τέλος. Έχει κάνει ένα σωρό ελπιδοφόρα ξεκινήματα, έχει συνεχίσει τις προσπάθειές της με αρκετή επιτυχία, αλλά δεν έχει ολοκληρώσει ποτέ αυτό που έχει ξεκινήσει...Και τώρα που ο κ. Μαγκόριουμ θέλει να αποχωρήσει και να αφήσει το πραγματικά μοναδικό στον κόσμο κατάστημα του σε αυτήν, φοβάται ότι δεν θα τα καταφέρει να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων και ότι δεν διαθέτει τη δύναμη, την εσωτερική  μαγεία, αλλά και το τσαγανό για να πάρει τη θέση του.
Για να ζωντανέψει την Μόλι Μαχόνι, με όλη τη χαρά, τη γοητεία και την ανασφάλεια του χαρακτήρα της, που όμως κρύβει ταυτόχρονα μεγάλο δυναμικό - οι παραγωγοί της ταινίας ήξεραν ότι θα έπρεπε να βρουν μία ιδιαίτερη ηθοποιό. Και ήταν όλοι σύμφωνοι ότι για αυτόν το ρόλο η μοναδική που θα μπορούσε να ζωντανέψει την ηρωίδα θα ήταν η Νάταλι Πόρτμαν.
Προς μεγάλη έκπληξη και ευχαρίστηση του Ζαχ Χελμ, η Πόρτμαν είπε αμέσως το ναι. «Το πρώτο όνομα που είχα αναφέρει ότι θα ήθελα να παίξει την Μόλι Μαχόνι ήταν αυτό της Νάταλι Πόρτμαν,» θυμάται ο Χελμ. «Αν θυμάμαι καλά, της στείλαμε το σενάριο μία Τρίτη και την επόμενη κιόλας Δευτέρα μας απάντησε θετικά. Είχαμε μείνει άφωνοι. Ένα πολύ σημαντικό και μεγάλο κομμάτι του παζλ της ταινίας είχε μπει στη θέση του.»
«Ο Ζαχ μου έστειλε το σενάριο πακεταρισμένο, λες και ήταν δώρο, σε ένα κουτί, με μία μεγάλη κόκκινη κορδέλα,» θυμάται η Πόρτμαν. «Μέσα υπήρχε ένα από τα πιο γλυκά γράμματα που έχω διαβάσει, που μου ζητούσε να διαβάσω το σενάριο. Είχα ήδη διαβάσει το Stranger Than Fiction, που μου είχε αρέσει πολύ, έτσι διάβασα με όρεξη και το σενάριο αυτό και ερωτεύτηκα για άλλη μια φορά το στιλ γραψίματος του Χελμ. Ο Ζαχ έχει έναν πολύ συγκεκριμένο και αισιόδοξο τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τον κόσμο, οπότε είναι πολύ γλυκό να βλέπεις έναν άνθρωπο να διακατέχεται από μία τέτοια βιοθεωρία, στον ιδιαίτερα κυνικό κόσμο στον οποίο ζούμε. Με άγγιξε πολύ, και σκέφτηκα ότι θα ήταν ευχής έργο να μπορέσεις να μεταφέρεις στον κόσμο, μέσω της ταινίας, το φωτεινό τρόπο με τον οποίο ο κ. Μαγκόριουμ αντιμετωπίζει τα πράγματα.»
Η Πόρτμαν μπόρεσε να ταυτιστεί με το μεγάλο εμπόδιο που αντιμετωπίζει η Μαχόνι, το να μπορέσει δηλαδή να ενστερνιστεί και να εκπέμψει τη δημιουργικότητα και την αισιοδοξία του κ. Μαγκόριουμ -κάτι που οφειλόταν στο γεγονός ότι και η ίδια δεν μπορούσε να δει τη δική της εσωτερική μαγεία. «Είναι ένα από τα μεγάλα και πολύ κοινά προβλήματα στη ζωή, το να μην έχεις το κουράγιο να πεις, αυτή είναι η δική μου άποψη, αυτή είναι η ζωή μου, αυτή η δημιουργία μου και το να φοβάσαι να ορθώσεις τον εαυτό σου με αυτοπεποίθηση και να ενηλικιωθείς,» σημειώνει.
Όσο για το ρόλο του κ. Μαγκόριουμ στη ζωή της Μαχόνι, η Πόρτμαν εξηγεί, «Νομίζω πως είναι ταυτόχρονα ο μέντορας και ο καλύτερός της φίλος. Συνειδητοποιεί ότι η ικανότητά του να ζει μέσα από τη φαντασία του, είναι μία επιλογή ζωής. Από αυτήν την άποψη είναι το πρότυπό της, αυτό που θα ήθελε να γίνει και εκείνη, αλλά η απόφασή του να αποχωρήσει την εξαναγκάζει κατά κάποιο τρόπο να μεταφερθεί και αυτή σε αυτόν τον κόσμο.»
Η συνεργασία της Πόρτμαν με τον Ντάστιν Χόφμαν οδήγησε και σε μία ζωντανή, ουσιαστική σχέση μεταξύ τους, κάτι που προσέδωσε αυθεντικό ενθουσιασμό και δέος της Μαχόνι προς τον κ. Μαγκόριουμ, μία αίσθηση που περνά και στη μεγάλη οθόνη. «Ο Ντάστιν, στην καθημερινή του ζωή, μοιάζει πολύ με τον χαρακτήρα που ενσαρκώνει στην ταινία. Κάθε στιγμή χρησιμοποιεί τη δημιουργικότητά του στο έπακρο,» παρατηρεί η Πόρτμαν. «Το να βλέπεις κάποιον να βγάζει τέτοια χαρά και αισιοδοξία μέσα από ό,τι κάνει, είναι μία πραγματική πηγή έμπνευσης.»
Το ίδιο ευχάριστο ήταν για την Πόρτμαν το να δουλεύει τόσο στενά με τον Τζέισον Μπέιτμαν, που υποδύεται τον Χένρι, τον φαινομενικά άχρωμο και πεζό λογιστή στον οποίο έχει ανατεθεί η περίεργη δουλειά του να εκτιμήσει το κατάστημα του κ. Μαγκόριουμ - ένα μέρος, που αντίθετα με αυτό που πίστευε αρχικά, τον αλλάζει ολοκληρωτικά. «Ο Χένρι υποτίθεται ότι είναι πολύ ευθύς και βαρετός, χωρίς καμία απολύτως αίσθηση του χιούμορ - όμως ο Τζέισον βγάζει πολύ γέλιο από αυτόν το ρόλο,» λέει γελώντας η Πόρτμαν. «Με έκανε να γελώ συνέχεια. Και στο τέλος, είναι ο κυνικός Χένρι που δείχνει στην Μαχόνι ότι είναι ικανή να σταθεί αντάξια στο πόδι του κ. Μαγκόριουμ.»
 
Σας παρουσιάζουμε τον μοναδικό και ιδιοφυή κ. Μαγκόριουμ

Έχουν υπάρξει πολλοί παράξενοι, εκκεντρικοί και ασυνήθιστοι εφευρέτες παιχνιδιών σε ταινίες και παραμύθια κατά τη διάρκεια των αιώνων, αλλά κανείς σαν τον Έντουαρντ Μαγκόριουμ. Ο αυτοαποκαλούμενος «ιμπρεσάριος των παιχνιδιών, λάτρης των θαυμάτων και μανιώδης με τα παπούτσια» μπορεί να είναι 243 χρονών, αλλά αν δεν ήταν τα γκρίζα μαλλιά του, δεν θα φαινόταν με τίποτα μεγαλύτερος από 65 ετών και διαθέτει τον ίδιο ενθουσιασμό και ενέργεια, όπως όταν πρωτοάνοιξε τις πόρτες του θαυμαστού του καταστήματος παιχνιδιών πριν από 114 χρόνια, με την ελπίδα να φέρει την περιπέτεια, το γέλιο και τη τέχνη του να κάνεις και τα πιο απίθανα να φαίνονται πιθανά στα παιδιά όλων των ηλικιών. Κάθε λεπτό που περνά στα μαγαζί είναι μαγικό, ωστόσο έχει έρθει η ώρα ο κ. Μαγκόριουμ να αποχωρήσει. Αρκεί βεβαία να δώσει τη συγκατάθεσή του  και το ίδιο το μαγαζί...
Έχοντας να μεταφέρουν στη μεγάλη οθόνη έναν τόσο ζωντανό, αλλά και τόσο ευαίσθητο ταυτόχρονα, χαρακτήρα, οι παραγωγοί μπήκαν σε σοβαρές σκέψεις για τον ποιον ηθοποιό να επιλέξουν. «Δεδομένου ότι ο χαρακτήρας ήταν 243 ετών, σκεφτήκαμε ότι χρειαζόμασταν έναν ηθοποιό που θα μπορούσε να αποδώσει την ηλικία με την ψυχή του, τη σοφία του, την κατασταλαγμένη εμπειρία του,» θυμάται ο παραγωγός Ρίτσαρντ Γκλάντσταϊν. «Και σχεδόν με ένα στόμα και μία φωνή, όλοι είπαμε ‘Ας καλέσουμε τον Ντάστιν Χόφμαν.» Υπήρχε ήδη συνδετικός κρίκος με τον ηθοποιό  καθώς ο Ντάστιν είχε μόλις τελειώσει τα γυρίσματα του Stranger Than Fiction, σε σενάριο του Ζαχ Χελμ και είχε πρωταγωνιστήσει στο παρελθόν στην ταινία του Μαρκ Φόρστερ Finding Neverland, στην οποία ο Γκλάντσταϊν ήταν παραγωγός.
Ο Χόφμαν ενσάρκωσε το ρόλο χωρίς κανένα προϊδεασμό, ενσαρκώνοντας το χειμαρρώδη, αλλά όχι απαραιτήτως παλαβό χαρακτήρα του Μαγκόριουμ, προσδίδοντάς του φινέτσα, προκλητική εκκεντρικότητα και αστείρευτο χιούμορ.
Μόλις μπήκε στο πετσί του χαρακτήρα, το πορτρέτο του Μγκόριουμ πήρε σάρκα και οστά. «Είναι συναρπαστικό το να παρατηρείς τη μέθοδο με την οποία δουλεύει ο Χόφμαν,» σχολάζει ο Χελμ. «Ώρες - ώρες φαίνεται σαν να είναι στο δικό του κόσμο σε έναν κόσμο άγνωστο, τρελό, φανταστικό. Και μετά, χωρίς καλά- καλά να το καταλάβεις, γυρνά και σε κοιτάζει μέσα στα μάτια και τότε συνειδητοποιείς ότι δίνει όλη την ψυχή και την εμπειρία του σε αυτό που κάνει. Είναι πολύ όμορφο αυτό. Και νομίζω πως και το κοινό θα έχει την ευκαιρία να τον δει να κάνει πράγματα σε αυτήν την ταινία που δεν τον έχει δει να ξανακάνει στα 40 χρόνια της καριέρας του. Είναι απλά εκπληκτικός.»
Ο Χόφμαν ανταποδίδει τα κοπλιμέντα. «Ο Ζαχ έγραψε αυτό το σενάριο όταν ήταν 23 χρονών,» λέει ο Χόφμαν, «το οποίο το θεωρώ αξιοσημείωτο. Για κάποιον τόσο νέο, το να ασχολείται με το θέμα του χρόνου, της θνητότητας και της κληρονομιάς, είναι για μένα άξιο θαυμασμού.»
 
Το κατάστημα παιχνιδιών των πιο τρελών σου ονείρων:

Το θαυμαστό κατάστημα του κ. Μαγκόριουμ παίρνει ζωή!
Ακόμα και με ένα τέτοιο λαμπρό καστ, ένας από τους πιο εκπληκτικούς και ζωντανούς χαρακτήρες στην ταινία είναι το ίδιο το κατάστημα  - ένα φανταστικό βασίλειο γεμάτο από το πάτωμα μέχρι το ταβάνι με απίστευτα παιχνίδια, που σου παίρνουν ο μυαλό. Από τη στιγμή που συνέλαβε την ιδέα στο μυαλό του, ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης Ζαχ Χελμ ήξερε το ότι το νa στήσουν το κατάστημα θα ήταν μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις, αλλά και θριάμβους της παραγωγής.
Ο Χελμ και η δημιουργική του ομάδα θα δημιουργούσαν ένα τεράστιο σκηνικό 2.100 τετραγωνικών μέτρων, κάτι που δεν είχαν ξανακάνει ποτέ στο παρελθόν. Ο Χελμ αναφέρεται στο σετ λες κι έχει και το ίδιο ζωή. «Ο κ. Μαγκόριουμ λέει σε κάποιο σημείο στο σενάριο για το πώς ενστάλαξε στο κατάστημα τα ίδια συναισθήματα που έχουν και τα παιδιά που έρχονται να παίξουν σε αυτό,» εξηγεί ο Χελμ, «και αυτό προσπαθήσαμε να κάνουμε και εμείς. Ειλικρινά, αν οι τοίχοι των σκηνικών μπορούσαν να μιλήσουν για το τι περάσαμε για να το ‘ζωντανέψουμε'  θα ακούγαμε τον εξάψαλμο. Υπήρξαν στιγμές που ήταν πολύ δύσκολο το να φαίνεται ότι το κατάστημα κάνει αυτά που θέλαμε, αλλά ευτυχώς, αποδείχτηκε ότι μπόρεσε να μεταδώσει την αίσθηση ότι είναι μαγικό και στο κοινο.»
Για να δημιουργήσει το «ζωντανό» αυτό σετ, ο Χελμ συνεργάστηκε στενά με τη σκηνογράφο Τερέζ Ντεπρέ, που έχει δουλέψει για τις ταινίες The Door in the Floor και το ιδιαίτερης αισθητικής θρίλερ Dark Water, στο οποίο ένα διαμέρισμα «στοιχειώνει» τους ενοίκους του, αλλά και με τον δημιουργό σετ Κλάιβ Τόμασον ("Dark Water," "Man of the Year"). Οι τεχνίτες που δούλευαν για αυτούς ήταν υπεύθυνοι για το σχεδιασμό, την κατασκευή και τη διακόσμηση του καταστήματος, αλλά και για να το γεμίσουν όλες του τις γωνιές και τους τοίχους  με απίστευτα παιχνίδια.
«Είχα μία καλή αίσθηση του τι ήθελα από την αρχή, αλλά η Τερέζ μπόρεσε να το αποδώσει δέκα φορές καλύτερα από αυτό που είχα φανταστεί,» σχολιάζει ο Χελμς. «Έριξε πολλές και ξεχωριστές ιδέες στο τραπέζι, τις οποίες μπορούσαμε να διαλέξουμε και να συζητήσουμε. Ειδικά για το τι μας θυμίζουν τα παιχνίδια της παιδικής μας ηλικίας. Ήταν πραγματικά μία από τις πιο παραγωγικές και ευχάριστες συνεργασίες που είχα ποτέ.»
Μόλις η Τερέζ άρχισε να ανταλλάσει ιδέες με τον Χελμ, ανακάλυψε ότι κινούνταν στο ίδιο μήκος κύματος μαζί του. «Συμφωνούσαμε και οι δυο ότι το κατάστημα θα έπρεπε να βγάζει μία αίσθηση ρεαλισμού, σουρεαλισμού και νοσταλγίας ταυτόχρονα. Αντιπροσωπεύει τη μαγεία που μπορεί να συμβεί στην καθημερινή μας ζωή,» λέει συνοψίζοντας. «Εκείνο που μου είχε πει ο Ζαχ από τα πρώτα κιόλας στάδια ήταν ότι ήθελε όποιο παιδί έβλεπε την ταινία να πιστέψει ότι αυτό το κατάστημα υπάρχει κάπου. Οπότε έπρεπε να στηρίζεται στη δική του ιστορία και να έχει το δικό του μύθο.»
  Η Ντεπρέ σημειώνει ότι επηρεάστηκε από πολλά καλλιτεχνικά και πολιτιστικά ρεύματα για να διαμορφώσει το κατάστημα. Συγκεκριμένα από την αρχιτεκτονική Art Nouveau που είχε δει στις Βρυξέλλες και στο Άμστερνταμ, κατά τη διάρκεια του μήνα του μέλιτος της, αλλά και τη Βικτωριανή αρχιτεκτονική, στο στιλ Painted Ladies, που έχουν τα σπίτια στο Σαν Φρανσίσκο, αλλά και την ατμόσφαιρα καρναβαλιού των παραστάσεων τσίρκου Barnum & Bailey. «Πολλά από τα χρώματα τα έχουμε δανειστεί από το ‘Greatest Show on Earth®, σημειώνει η Περέ, που κρέμασε και πολλές χαρακτηριστικές αφίσες εποχής,  από παραστάσεις τσίρκου, στους τοίχους του καταστήματος.
«Είναι μία πλούσια παλέτα χρωμάτων που δίνει στο κατάστημα μία πραγματική θέση στο χρόνο.» Μερικά από τα πιο μεγάλα στοιχεία διακόσμησης που βλέπει κανείς στο κατάστημα είναι μία παραλλαγή του έργου The Son of Man του Βέλγου σουρεαλιστή Ρενέ Μαγκρίτ, του οποίου είναι μεγάλοι θαυμαστές και η Περέ και ο Χελμ.
Ο μόνος περιορισμός που είχε η Περέ ήταν ο χρόνος. «Οι ξυλουργοί είχαν μόλις εννέα εβδομάδες να χτίσουν και να βάψουν το σετ,» σημειώνει. «Ευτυχώς, είχαμε μία καταπληκτική ομάδα και το καλλιτεχνικό τμήμα ήταν και αυτό αξιοθαύμαστο. Όλοι ήταν αφοσιωμένοι στο να βοηθήσουν τον Ζαχ να κάνει το όραμά του πραγματικότητα  για αυτό το μαγικό κατάστημα.»
Στο τέλος, η δουλειά της Περέ θα κρινόταν από τα ίδια τα παιδιά, που είναι και οι πιο αυστηροί κριτές και αυτοί που δεν μπορείς με τίποτα να ξεγελάσεις. «Ήταν τόσο συναρπαστικό να βλέπεις αυτά τα πολύ μικρά παιδιά να παίζουν σε αυτόν το χώρο...και να βλέπεις τα μάτια τους να λάμπουν και να γουρλώνουν από θαυμασμό. Δεν μου έχει ξανατύχει. Ακόμα και οι ενήλικοι δεν μπορούσαν παρά να κοιτάζουν με θαυμασμό και μπορούσες να διακρίνεις και μία νοσταλγία στα πρόσωπά τους. Τότε ήταν που επιβεβαιωθήκαμε και καταλάβαμε ότι είχαμε όντως καταφέρει να δημιουργήσουμε ένα μαγικό χώρο,» λέει.
Όπως είναι φυσικό, το να γεμίσεις αυτό το μαγαζί με παιχνίδια θα ήταν το πιο δύσκολο εγχείρημα. Το προκλητικό, αλλά και τρομακτικό καθήκον του να γεμίσεις το κατάστημα με περισσότερα από 10.000 παιχνίδια, βιβλία, περίεργα αντικείμενα- μερικά από αυτά κλασικά, αλλά και άλλα που μπορεί να μην έχετε δει ποτέ, έλαχε στον Κλάιβ Τόμασον και την ομάδα του. Η αναζήτησή του για τα κατάλληλα παιχνίδια τον έκανε να ψάξει σε όλες τις γωνιές τους πλανήτη. «Στο κατάστημα έχουμε φέρει παιχνίδια από όλο τον κόσμο, από τη Γαλλία, τη Γερμανία και τη Αγγλία,» λέει ο Τόμασον.
Στο μεταξύ, η Περέ, ο Τόμασον και οι ομάδες των συνεργατών τους είχαν στην αρμοδιότητά τους να γεμίσουν με παιχνίδια και περίεργα αντικείμενα και το υπόγειο στο οποίο ζει και δουλεύει ο αινιγματικός Μπελίνι (τον οποίο ενσαρκώνει ο Τεντ Λούτζιγκ, με έναν αέρα παραμυθιού), ο οποίος στην ταινία είναι η φωνή που αφηγείται και τη ζωή του κ. Μαγκόριουμ. Αυτό το project ήταν σχετικά εύκολο, ειδικά συγκρινόμενο  με το διαμέρισμα που ζει ο κ. Μαγκόριουμ. Στην προκειμένη περίπτωση, έπρεπε να κατασκευαστεί με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να κυκλοφορεί μέσα σε αυτό το κατοικίδιό του, μία ζέμπρα εν ονόματι Μόρτιμερ!
 Τα ζώα που εμφανίζονται στην ταινία εκπαιδεύτηκαν από τον Μάικλ Χάκενμπεργκερ, που δουλεύει στο ζωολογικό κήπο Μπόενβιλ, τον πιο παλιό ιδιωτικό ζωολογικό κήπο στον Καναδά και σπίτι πολλών «διάσημων» ζώων, που έχουν εμφανιστεί σε διάφορες ταινίες του Χόλιγουντ. Από την αρχή ο Χάκενμπέργκερ είχε ενθουσιαστεί από την πρόθεση του Χελμ να χρησιμοποιήσει αληθινά ζώα στην ταινία, τα οποία μάλιστα θα υιοθετούσαν και μερικές πολύ παράξενες συμπεριφορές. «Θα μπορούσαμε να έχουμε χρησιμοποιήσει τεχνολογία CG  για τις σκηνές με τα ζώα, αλλά τότε θα έμοιαζαν ψεύτικα,» λέει ο Χάκενμπεργκερ. «Εκείνο που ήταν πραγματικά εκπληκτικό ήταν ότι οι παραγωγοί της ταινίας πίστευαν σε εμάς και είχαν εμπιστοσύνη στο ότι θα καταφέρναμε να εκπαιδεύσουμε με τέτοιο τρόπο τα ζώα ώστε να ικανοποιήσουμε το όραμα του σκηνοθέτη.   Στην αρχή είχα τις αμφιβολίες μου για το αν θα το καταφέρναμε τελικά. Συνήθως εκπαιδεύουμε ζώα για να φέρονται όπως στη φύση, αλλά σε αυτήν την περίπτωση η ιστορία απαιτούσε από τα ζώα να ερμηνεύουν κανονικούς ρόλους. Τελικά, νομίζω πως καταφέραμε να ολοκληρώσουμε ένα πολύ δύσκολο καθήκον και ταυτόχρονα τα ίδια τα ζώα να το ευχαριστηθούν.»
Δουλειά έπρεπε να γίνει και με τα μυριάδες λούτρινα ζωάκια που εμφανίζονται στην ταινία. Στην προκειμένη περίπτωση αυτό το καθήκον έπεσε στους ώμους 14 εξειδικευμένων  τεχνικών του κουκλοθέατρου που καθοδηγούνταν από τα αδέρφια Ντέιβιντ και Αν Πάουελ. Είτε επρόκειτο για ένα ράφι γεμάτα λούτρινα ζωάκια είτε απλώς ένα πάνινο πιθηκάκι με λυπημένη όψη, οι Πάουελ και η ομάδα τους έπρεπε να τα κάνουν να φαίνονται αληθινά στα μάτια όλων των παιδιών. Λέει ο Ντείβιντ Πάουελ: «Ήταν μία μοναδική εμπειρία για εμάς, που έχουμε δουλέψει κυρίως στο κουκλοθέατρο. Η πρόκληση ήταν μεγάλη γιατί έπρεπε να προσθέσουμε νέα ‘μέλη' στα λούτρινα ζωάκια, ώστε να μπορούμε να τα κάνουμε να κουνιούνται, να βρούμε τρόπους να τα κάνουμε να ‘εκφράζονται' κουνόντας τα κεφάλι, τα χέρια και το σώμα, αλλά ταυτόχρονα να προσπαθούμε να μάθουμε τους μηχανισμούς και τα μυστικά ώστε να μη φαινόμαστε στην κάμερα και να μη γίνεται αισθητή η παρουσία μας από το κοινό.»
 Τα «μαγικά» τους έπρεπε να κάνουν και οι τεχνικοί προκειμένου να αποδώσουν στη μεγάλη οθόνη την αλλαγή που συμβαίνει στο κατάστημα όταν ο κ. Μαγκόριουμ αποφασίζει να αποχωρήσει και από πολύχρωμο γίνεται μουντό και γκρίζο. Εξηγεί η Περέ: «Η μετατροπή της εικόνας του καταστήματος ήταν ένας συνδυασμός επεμβάσεων που σπεριελάμβαναν βαφή, ειδικούς φωτισμούς, καθώς και εν μέρει κάποιες εφαρμογές μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή και αυτό επειδή δεν υπήρχε άλλος τρόπος ώστε να βάψουμε κάθε παιχνίδι που υπήρχε μέσα στο κατάστημα ή κάθε γωνιά. Δεν είχαμε το χρόνο να το κάνουμε αυτό.»
Ωστόσο, η μαγεία και η γοητεία που εκπέμπει το κατάστημα βασίζεται πάρα πολύ λίγο σε ψηφιακά τρικ. «Ασφαλώς και χρησιμοποιήσαμε οπτικά εφέ στην ταινία,» λέει ο παραγωγός Ρίτσαρντ Γκλάνστεϊν, «αλλά το μεγαλύτερο μέρος των ‘μαγικών' που συμβαίνουν στο κατάστημα  έγιναν με φυσικούς τρόπους πάνω στο σετ. Οι χειριστές κάμερας, η ομάδα των ειδικών εφέ και ολόκληρο το καλλιτεχνικό τμήμα βρήκαν πραγματικά ιδιοφυείς τρόπους ώστε να αναπαραστήσουν το ‘μαγαζί των θαυμάτων' του κ. Μαγκόριουμ.»
Ο Γκλάντστεϊν θεωρεί ότι η ρεαλιστική όψη των σκηνικών βοήθησε ώστε όλοι να πιστέψουν ότι αυτός ο θαυμαστός κόσμος υπάρχει στην πραγματικότητα. «Ήταν εκπληκτικό για τους ηθοποιούς επειδή έπρεπε να αντιδράσουν σε πράγματα που γινόντουσαν μπροστά στα μάτια τους. Ήταν πολύ σημαντικό και για τον Ζαχ. Είχε γράψει αυτό το πραγματικά μαγικό σενάριο και το καταχαιρόταν κάθε φορά που έβλεπε να συμβαίνουν όλα αυτά μπροστά του.»
Η δουλειά του Ρομάν Οσίν, διευθυντή φωτογραφίας, ο οποίος μας έχει «ταξιδέψει» μέσω της δουλειάς του στον κόσμο της Τζέιν Όστιν  για την ταινία Pride & Prejudice, ή στη μυθική Ινδία για το The Warrior, ήταν ένα ακόμα από τα ατού της ταινίας. Πρόσφατα το όνομά του προστέθηκε στη λίστα των 10 καλύτερων διευθυντών φωτογραφίας του περιοδικού Variety. Ο Χελμ ήταν ευτυχής που μπορούσε να συνεργαστεί με ένα ακόμη χαρισματικό επαγγελματία, του οποίου το μυαλό ήταν γεμάτο από δημιουργικές ιδέες.
Ακόμα μία στρώση ευχάριστης διάθεσης και ανεμελιάς στον κόσμο του κ. Μαγκόριουμ πρόσθεσε η δουλειά του Κρίστοφερ Χάργκαντον, σχεδιαστή κοστουμιών, που ήταν και υποψήφιος για Emmy. Τα ρούχα του πάντα καμαρωτού κ. Μαγκόριουμ είναι αποτέλεσμα μίξης πολλών διαφορετικών στιλ από διάφορες εποχές. «Υπάρχουν εκατοντάδες ρούχα που έχει συλλέξει ο κ. Μαγκόριουμ όλα αυτά τα χρόνια και τα οποία αποτελούν την γκαρνταρόμπα του,» λέει γελώντας ο Χάργκαντον, «αλλά, εξαιτίας του χαρακτήρα του Ντάστιν, θέλαμε τα ρούχα να βγάζουν και μία αίσθηση φρεσκάδας και νεότητας, που να συνδυάζεται με την  κομψότητα και το κύρος του και να τον κάνει να φαίνεται κοτσονάτος. Η εμφάνισή του θέλαμε επίσης να μπορεί να είναι αρεστή σε οποιοδήποτε παιδί του σήμερα.»
Όσον αφορά στην Νάταλι Πόρτμαν, ο Χάργκαντον ήθελε να την κάνει να φαίνεται σαν ένα μικρό κοριτσάκι, ένα μαγκάκι που δεν ασχολείται πολύ με την εμφάνισή της. «Έχεις την αίσθηση ότι είναι κάποια που έχει δική της αίσθηση του στιλ, χωρίς αυτό όμως να σημαίνει ότι περνά ώρες μπροστά στον καθρέπτη της,» εξηγεί. «Το ντύσιμό της πάει και με το χαρακτήρα της, από τα φλατ παπούτσια και τα πολλά μπλουζάκια που φορά το ένα πάνω στο άλλο στην αρχή, μέχρι τα πιο σκούρα χρώματα και σοβαρά ρούχα που φορά όταν φεύγει ο κ. Μαγκόριουμ, και τελικά τα τακούνια και τα φορέματα που βάζει όταν συνειδητοποιεί όλα αυτά για τα οποία είναι ικανή.»
Ακόμα ένα στοιχείο που έδωσε μία ακόμα δημιουργική νότα στην ταινία ήταν η μουσική που συνέθεσαν οι Αλεξάντρ Ντεσπλά (Ο Γαλλικής καταγωγής συνθέτης, που έχει γίνει ένα από τα πιο διάσημα ονόματα στο Χόλιγουντ και που πρόσφατα κέρδισε μία υποψηφιότητα Όσκαρ για την ταινία The Queen και μία Χρυσή Σφαίρα για το Painted Veil) και ο Άαρον Ζίγκμαν, του οποίου οι τελευταίες δουλειές ήταν για τις ταινίες Bridge to Terabithia και The Jane Austen Book Club.
Είτε ήταν η μουσική, είτε τα σκηνικά, είτε η φωτογραφία ή οι ερμηνείες των ηθοποιών, ο Χελμ παραδέχεται ότι ένιωσε όπως κάθε παιδί που μπαίνει μέσα σε ένα κατάστημα παιχνιδιών, κάνοντας τη σκηνοθεσία για αυτήν την ταινία και βλέποντας τον κόσμο που είχε ονειρευτεί πριν χρόνια να παίρνει ζωή με μαγικό τρόπο. «Το καταευχαριστήθηκα που σκηνοθέτησα αυτήν την ταινία, πολύ περισσότερο απ΄όσο φανταζόμουν,» λέει. «Πάντα πίστευα σε αυτήν την ιστορία και μου έδωσε μεγάλη χαρά το ότι άρεσε και στους ηθοποιούς και τους υπόλοιπους συντελεστές. Εύχομαι και όσοι τη δουν να βρουν ένα χώρο στην καρδιά τους για να μπορέσουν να πιστέψουν και αυτοί στη μαγεία της.»
 
Copyright © 2006-2012 CINEMaD. Developed by Nuevvo.