ΑΡΧΙΚΗ arrow ΦΕΣΤΙΒΑΛ arrow ΚΑΝΕΣ, ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ 3ΗΜΕΡΟ
ΚΑΝΕΣ, ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ 3ΗΜΕΡΟ ΕΝ ΑΝΑΜΟΝΗ ΤΩΝ ΒΡΑΒΕΥΣΕΩΝ... Εκτύπωση
Αξιολογήστε το κείμενο:
(3 ψήφοι)
Συντάκτης: Κώστας Χουβαρδάς- Νίκος Κουλαυτάκης   
26.05.07
Πλησιάζοντας στη λήξη του φεστιβάλ, σιγά- σιγά όλα αρχίζουν να μοιάζουν ως μια γλυκιά, δυνατή ανάμνηση. Γεγονός λιγάκι παράδοξο, αν αναλογιστεί κανείς πως απομένει το κερασάκι στην τούρτα, που δεν είναι άλλο από την απονομή των μεγάλων βραβείων για τα οποία ξεκίνησε να γίνεται ολοένα και πιο έντονος θόρυβος. Λίγο όμως το ότι ήδη αρχίσαμε να πακετάρουμε και τα εισιτήρια της επιστροφής βγήκαν από τη βαλίτσα, λίγο η εμφανής πια σε όλους κούραση, λίγο η αίσθηση του να κοιτάς γύρω σου και να μη βλέπεις το …χάος των προηγούμενων ημερών, όλα αυτά συντελούν στο να έχει πια καταλαγιάσει ο αρχικός ενθουσιασμός και η μορφή του σκηνικού της λήξης να σχηματίζεται ακέραιη μπροστά μας. Καθώς όμως το μεγάλο ερώτημα των ημερών δεν είναι άλλο από το ποια χέρια θα παραλάβουν αυτή τη φορά το «Χρυσό Φοίνικα» και τις λοιπές διακρίσεις, φροντίσαμε να σας παραθέσουμε τις δικές μας εκτιμήσεις για τα βραβεία, έχοντας δει όλες τις ταινίες του Διαγωνιστικού Τμήματος. Στο βαθμό ασφαλώς που μπορούν να γίνουν προβλέψεις, μια και σε ένα τόσο σπουδαίο κινηματογραφικό γεγονός λαμβάνονται κάθε φορά υπ’ όψιν ποικίλοι παράμετροι και τα όποια προγνωστικά κρίνονται συχνά επισφαλή… Όσο για τα φιλμ του τριημέρου, η πλειονότητα αυτών κινήθηκε (και πάλι) σε υψηλά επίπεδα, επιφυλάσσοντας μας μάλιστα τις δύο (κατά την προσωπική μας άποψη) κορυφαίες στιγμές του φεστιβάλ: την καινούρια ταινία του Αλεξάντερ Σοκούροφ, «Alexandra» και το «You the Living» του Σουηδού Ρόι Άντερσον. Επίσης απολαύσαμε το εξαιρετικό θρίλερ «Inside» με τη Μπεατρίς Νταλ, το πολύ καλό «Secret Sunshine» του Κορεάτη Λι Τσανγκ-Ντονγκ, τη νέα δουλειά του Καναδού Ντενίς Αρκάν «L’ age des Tenebres» (που αποτελεί και την ταινία λήξης), ενώ μείναμε αρκούντως ευχαριστημένοι από την προβολή του «Lynch», ενός ντοκιμαντέρ για τη ζωή και το έργο του μεγάλου Ντέιβιντ Λιντς. Τι άλλο απομένει λοιπόν; Η τελευταία κινηματογραφική μέρα της φετινής, επετειακής διοργάνωσης και ασφαλώς η τελετή λήξης, που πάντως δύσκολα θα φτάσει σε …αίγλη το event που ακολούθησε της προβολής της ταινίας- blockbuster του φεστιβάλ, «Ocean’s 13» και από το οποίο δεν έλειψε σχεδόν κανείς…

Των απεσταλμένων μας Νίκου Κουλαυτάκη, Κώστα Χουβαρδά
Επιμέλεια: Παντελής Μαυρομμάτης


ΠΡΟΓΝΩΣΤΙΚΑ

Πολλές φορές, οι εκτιμήσεις όσων παρακολουθούν από κοντά ένα κινηματογραφικό φεστιβάλ αντικατοπτρίζουν σε μεγάλο βαθμό το κλίμα και τις γενικές εντυπώσεις που άφησε το κομμάτι των ταινιών στο σύνολο του κινηματογραφικού (και κυρίως του δημοσιογραφικού) κόσμου. Όσο όμως κι αν οι προβλέψεις μπορούν να χαρακτηριστούν έγκυρες, εντούτοις αυτό δε σημαίνει πως οι εν λόγω ταινίες θα …βραβευτούν σίγουρα, καθώς πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν διάφοροι –συχνά αστάθμητοι- παράγοντες. Έχοντας δει το σύνολο των ταινιών που διαγωνίζονται για το «Χρυσό Φοίνικα» έχουμε ξεχωρίσει κάποιες που φαντάζουν ως επικρατέστερες για το μεγάλο βραβείο και θα επιχειρήσουμε να αποκρυπτογραφήσουμε το τι θα επακολουθήσει κατά την τελετή απονομής.
Αρχίζοντας λοιπόν από αυτές που συνολικά έχουν κερδίσει τις εντυπώσεις, το μυαλό μας πηγαίνει κατευθείαν στο ρουμάνικο «4 months, 3 weeks & 2 days» του Christian Mungiu. Η ταινία προβλήθηκε κατά τη δεύτερη μέρα του φεστιβάλ και δεν έχε πάψει στιγμή να συζητιέται, κάτι που από μόνο του προκαλεί αίσθηση και κάνει πάρα πολλούς να την χρίζουν φαβορί. Κρίνοντας όμως από τις προηγούμενες διοργανώσεις, αυτό που πρέπει να επισημάνουμε είναι πως το φεστιβάλ των Κανών έχει μια τάση να βραβεύει έργα καταξιωμένων επί χρόνια δημιουργών και όχι τόσο συχνά δουλειές νέων σκηνοθετών. Υπό ετούτο το πρίσμα λοιπόν, ο Ρουμάνος χάνει αρκετό έδαφος στο κυνήγι του «Χρυσού Φοίνικα» και παρά την αποθέωση από το σύνολο σχεδόν των κριτικών δύσκολα θα φτάσει στο πιο ψηλό σκαλί. Αν μιλούσαμε για τη Berlinale τότε αυτομάτως θα ήταν η Νο 1 υποψήφια και στη δική μας επιλογή, όμως εδώ είναι …Κάνες και τα πράγματα είναι διαφορετικά. Αρκετά πιθανό φαντάζει πάντως το ενδεχόμενο να κερδίσει το βραβείο FIPRESCI και ίσως κάποιο ακόμα από τα μεγάλα- όχι όμως το Φοίνικα.   
 Για τη μεγάλη διάκριση, ο ταινίες που πιστεύουμε πως έχουν ξεχωρίσει και θα παραστούν από θέση ισχύος στην τελετή απονομής είναι οι δύο –κατά την ταπεινή μας άποψη- καλύτερες ταινίες του Διαγωνιστικού Προγράμματος: το «No Country for Old Men» των αδελφών Κοέν και το «Alexandra» του Ρώσου Αλεξάντερ Σοκούροφ, στην πιο δημιουργική καμπή της καριέρας του. Επιπλέον, ως αουτσάιντερ προβάλει το κορεάτικο «Secret Sunshine» του Λι Τσανγκ-Ντονγκ (με τον τελευταίο να χαίρει της ιδιαίτερης εκτίμησης του προέδρου του φεστιβάλ Ζιλ Λακόμπ), το οποίο κατά γενική ομολογία χαρακτηρίστηκε ως μια από τις πιο σπουδαίες ταινίες του 10ήμερου, ενώ με αξιώσεις θα συναγωνιστεί τα υπόλοιπα και το τελευταίο πόνημα του Τουρκο-Γερμανού Φατίχ Ακίν («The Edge of Heaven»), που τα τελευταία χρόνια ακολουθεί μια σταθερή, ποιοτική πορεία. Αναφορικά πάλι με εκείνες που δε μας ενθουσίασαν ωστόσο συζητιούνται έντονα για κάποιο βραβείο, πρώτο όνομα στη λίστα φιγουράρει ο Μεξικανός Κάρλος Ρεϊγάδας και το «Silent Light», ενώ δεν πρέπει να αποκλείσουμε και το –επίσης ρώσικο- «The Banishment», του Andrey Zvyagnintsef.   
 Από εκεί και πέρα, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως το όλο θέμα της βράβευσης άπτεται μιας μικρής επιτροπής που κατευθύνει ανάλογα με τα «γούστα» του ο εκάστοτε πρόεδρος (στην προκειμένη ο Βρετανός Στίβεν Φρίαρς) και έτσι ουδείς μπορεί να μιλήσει με σιγουριά για το πού θα καταλήξουν τα βραβεία. Δε θα αποτελέσει λοιπόν τεράστια έκπληξη το να φύγει με το «Χρυσό Φοίνικα» ή κάποιο άλλο μεγάλο βραβείο ένας δημιουργός και κάποια ταινία που κανείς «εκ των έσω» δεν θα …υπολογίζει. Τα παραδείγματα άλλωστε πολλά, όχι μόνο στις Κάνες, αλλά σε όλα τα σπουδαία κινηματογραφικά γεγονότα… 

ΟΙ ΤΑΙΝΙΕΣ

Alexnadra

Ο Αλεξάντερ Σοκούροφ αποτελεί το μόνο ίσως σύγχρονο Ρώσο δημιουργό, το όνομα του οποίου μπορεί άνετα να «σταθεί» δίπλα σε αυτό του μεγάλου Αντρέι Ταρκόφσκι. Και σε κάθε περίπτωση φροντίζει να το επαληθεύει… Κάπως έτσι λοιπόν το «Alexandra», κατά την προσωπική μας άποψη η κορυφαία ταινία του Διαγωνιστικού προγράμματος, αποθεώθηκε στη δημοσιογραφική προβολή και έθεσε σοβαρή υποψηφιότητα για το «Χρυσό Φοίνικα». Στην πιο δημιουργική και ώριμη στιγμή της καριέρας του, ο Ρώσος σκηνοθέτης δημιουργεί μια πολιτική και αντιπολεμική αλληγορία, βάζοντας ως χώρο δράσης ένα στρατόπεδο στην πολυτάραχη περιοχή της Τσετσενίας. Πρωταγωνιστής όμως εδώ δεν είναι ο πόλεμος αλλά μια ηλικιωμένη γυναίκα, η οποία εν καιρώ έντονης διαμάχης ταξιδεύει στην εμπόλεμη ζώνη με σκοπό να βρει το εγγόνι της, αξιωματικό του στρατού. Κατά τη διάρκεια της εκεί παραμονής της, ξεδιπλώνεται μπροστά της ένας καινούριος, παντελώς «ανδρικός» κόσμος, μέσα από τον οποίο παράλληλα εκτίθενται οι τραγικές συνέπειες του πολέμου. Όχι όμως μέσα από τη διαδικασία των συγκρούσεων, αλλά μέσα από τις ψυχολογικές συνέπειες που η φρίκη του πολέμου επιφέρει στους εμπλεκόμενους: άνθρωποι καταπονημένοι, πιεσμένοι, χωρίς αισθήματα ή, καλύτερα, χωρίς δυνατότητα έκφρασης των οποιωνδήποτε συναισθημάτων. Μέσα από μια επιβλητική, αργών ρυθμών κινηματογράφηση, ο Σοκούροφ πολύ γρήγορα «απορρίπτει» την ιδέα μια αυστηρά πολιτικοποιημένης ταινίας και επιλέγει να βάλει στο επίκεντρο το ανθρώπινο δράμα, το οποίο μπορεί να βρει διέξοδο μόνο μέσα από την ανθρώπινη καλοσύνη. Σε πολλά σημεία, αυτή η καλοσύνη ενσαρκώνεται στο πρόσωπο της γιαγιάς Alexandra, με την πρωταγωνίστρια Γκαλίνα Βισνέφσκαγια να μας χαρίζει μια κορυφαία ερμηνεία, δείχνοντας πως εκτός από μια από τις σημαντικότερες ερμηνεύτριες όπερας στον κόσμο είναι και εξαιρετική ηθοποιός…  



You, the Living

Εξίσου άριστες εντυπώσεις μας άφησε και το «You, the Living», η νέα δουλειά του Σουηδού Ρόι Άντερσον, που μαζί με την «Alexandra» του Σοκούροφ συνιστούν το δίδυμο των ταινιών που μας άρεσαν περισσότερο κατά το προηγούμενο τριήμερο. Ίσως η πιο απολαυστική στιγμή ολόκληρου του φεστιβάλ και δε θα μπορούσε παρά να μας προκαλέσει έκπληξη το γεγονός πως το φιλμ συμμετείχε στο πρόγραμμα του “Un Certain Regard” και όχι σε εκείνο του Διαγωνιστικού Τμήματος. Μάλιστα, όλο το προηγούμενο διάστημα θεωρούταν σίγουρο πως ο κορυφαίος δημιουργός θα διεκδικήσει το «Χρυσό Φοίνικα» και επιπλέον συγκαταλεγόταν ανάμεσα στα πρώιμα φαβορί! Η πιο πιθανή αιτία πάντως της …αλλαγής κατηγορίας έχει να κάνει με το χρονικό περιθώριο, καθώς ενδεχομένως ο Άντερσον δεν είχε εξασφαλίσει το εάν θα έχει ολοκληρώσει την ταινία πριν «κλείσει» το πρόγραμμα και έτσι θα πάρει μέρος στο φεστιβάλ από την ενότητα «Ένα Κάποιο Βλέμμα». Σχετικά με την ταινία, πρόκειται περί αριστουργήματος, που αναμφίβολα θα μείνει καιρό αποτυπωμένο στη μνήμα μας. Έξι χρόνια μετά το -επίσης εξαιρετικό- «Τραγούδια από το Δεύτερο Όροφο» ο Σκανδιναβός καταπλήσσει εκ νέου τις Κάνες και μάλιστα δεν είναι λίγοι εκείνοι που συμφωνούν πως η νέα του δουλειά είναι ανώτερη από την προηγούμενη. Με πολύ περισσότερο χιούμορ αυτή τη φορά, ο Άντερσον δημιουργεί ένα δικό του σύμπαν ετερόκλητων χαρακτήρων όπου ο Κάφκα συναντιέται με το θέατρο του παραλόγου και η μαύρη κωμωδία με το παγωμένο τοπίο του Βορρά.
«Το “You, the Living” είναι μια ταινία για την ανθρωπότητα, για τα ανθρώπινα όντα. Για τη μεγαλειότητα και τη μιζέρια τους, τη χαρά και τη θλίψη, την αυτοπεποίθηση και τα άγχη τους. Κάτι με το οποίο θέλουμε να γελάσουμε, αλλά και να κλάψουμε. Είναι απλά μια τραγική κωμωδία ή μια κωμική τραγωδία, για εμάς». Κάπως έτσι προσεγγίζει το φιλμ ο ίδιος ο δημιουργός του και εμείς δεν έχουμε παρά να βγάλουμε το καπέλο στον Ρόι Άντερσον…


Secret Sunshine

Στο χορό των βραβείων μπαίνει δυναμικά και το «Secret Sunshine» του Κορεάτη Λι Τσανγκ-Ντονγκ. Και δεν είναι ο θερμός εναγκαλισμός του σκηνοθέτη, πρώην υπουργού πολιτισμού της χώρας του με τον πρόεδρο του φεστιβάλ Ζιλ Ζακόμπ (κάτι δε συμβαίνει και συχνά, είναι η αλήθεια) που μας …κίνησε τις υποψίες. Πρόκειται για μια πραγματικά σπουδαία ταινία, η οποία παρότι κουράζει λόγω της μεγάλης χρονικής της διάρκειας, εντούτοις προξενεί άκρως ευχάριστα συναισθήματα στο θεατή και απέσπασε μόνο θετικά σχόλια. Μέσα από το ταξίδι επιστροφής μιας νεαρής χήρας προς τη γενέτειρα πόλη του άντρα της, την προσπάθεια της να ενσωματωθεί παρέα με το γιο της στις νέες συνθήκες αλλά και τις συνέπειες ένα ακόμη τραγικού περιστατικού, ο Ασιάτης δημιουργός προσεγγίζει με αριστοτεχνικό τρόπο θέματα όπως η μοναξιά, η απομόνωση και η αναζήτηση στήριξης στο Θεό και καταφέρνει να μετουσιώσει σε τέχνη την παραπάνω προβληματική. Παράλληλα οι συνεχείς εναλλαγές συναισθημάτων κατά τη διάρκεια του φιλμ, όπου στοιχεία δράματος, θρίλερ ή ακόμη και κωμωδίας μπλέκονται με έξυπνο τρόπο, συνιστούν στο να διατηρείται αμείωτο το ενδιαφέρον, την ώρα που πάντα στο επίκεντρο της δράσης βρίσκεται η ηρωίδα.


L’ age des Tenebres

Στα πρότυπα της «Επέλασης των Βαρβάρων» ο Ντενίς Αρκάν επιστρέφει στις Κάνες έπειτα από 4 χρόνια με μια ταινία ανάλογου ύφους, που άφησε πολύ καλές εντυπώσεις. Το «L’ age des Tenebres», το οποίο αποτελεί και την επίσημη ταινία λήξης του φεστιβάλ, είχε αρχικά ανακοινωθεί πως θα συμμετάσχει στο Διαγωνιστικό Πρόγραμμα, ωστόσο τελικά συμπεριλήφθηκε στην κατηγορία των φιλμ εκτός συναγωνισμού. Όπως μάθαμε προ ολίγων ημερών, η εκδοχή που προβλήθηκε εδώ στις Κάνες δεν είναι η τελική, αλλά προκειμένου η ταινία να λάβει μέρος στο φεστιβάλ, ο Καναδός δημιουργός πείστηκε να την παρουσιάσει στη μη ολοκληρωμένη μορφή της και έπειτα να την ξαναμοντάρει για να κυκλοφορήσει στις αίθουσες. Κεντρικός ήρωας ένας οικογενειάρχης δημόσιος υπάλληλος, η ζωή του οποίου δεν παρουσιάζει κανένα εξαιρετικό ενδιαφέρον. Το επάγγελμα του δεν προσφέρει καθόλου συγκινήσεις, η οικογενειακή του ζωή επίσης και προκειμένου να ξεφύγει από την καθ’ όλα συμβατική και μονότονη πραγματικότητα επινοεί ένα διαφορετικό κόσμο όπου βάζει εαυτόν σε θέση πρωταγωνιστή σε μαγευτικές περιπέτειες. Αυτή την συχνά παραδεκτή πραγματικότητα μιας συμβατικής ζωής που έρχεται σε αντίθεση με τα όνειρα και τις ρομαντικές επιδιώξεις του καθενός θέτει στο μικροσκόπιο ο Αρκάν, βάζοντας όμως και το αδιαμφισβήτητο ερώτημα του κατά πόσο τελικά οι ονειρικές αποδράσεις είναι αρκετές για την προσωπική ευτυχία. Μέσα σε ένα περιβάλλον αδράνειας, η διαφυγή από την πραγματικότητα μπορεί πολλές φορές να ισοδυναμεί και με παραίτηση, καθώς επί της ουσίας δε «βελτιώνει» στο ελάχιστο την ατομική και κοινωνική θέση. Πεσιμισμός λοιπόν και απογοήτευση είναι τα κυρίαρχα στοιχεία και αυτού του φιλμ του Ντενίς Αρκάν, παρουσιάζονται όμως με πολύ χιούμορ και προκαλούν το θαυμασμό του θεατή.


Inside

Λίγοι είναι εκείνοι που το περίμεναν όμως το σκηνοθετικό ντεμπούτο των Alexandre Bustillo και Julien Maury ισοδυναμεί με μια τεράστια έκπληξη! Διότι αυτό το gore θρίλερ που ακούει στο όνομα «Inside» (A l’ interieur) και συμμετείχε στην Εβδομάδα Κριτικής είναι μια από τις καλύτερες ταινίες του είδους και δεν θα ήταν υπερβολή να τη συμπεριλάβουμε ανάμεσα στις κορυφαίες στιγμές του φεστιβάλ. Πρωταγωνιστεί η διάσημη Γαλλίδια ηθοποιός Μπεατρίς Νταλ, η οποία υποδύεται μια νεαρή γυναίκα που θρηνεί το χαμό του άντρα της την ώρα που ετοιμάζεται να φέρει στον κόσμο το παιδί του. Την ημέρα των Χριστουγέννων και ενώ την επομένη περιμένει να εισαχθεί στο μαιευτήριο για να γεννήσει, θα χτυπήσει το κουδούνι της πόρτας του σπιτιού της. Πίσω από αυτήν βρίσκεται μια μυστηριώδης γυναίκα, που θα την κυνηγήσει με σκοπό να της πάρει το παιδί…
Με γρήγορους ρυθμούς, απίστευτη ένταση και …πολύ splutter παρακολουθούμε εκστατικά μια άκρως αγωνιώδη ιστορία επιβίωσης, τέτοια που καιρό έχουμε να δούμε στο σινεμά. Χωρίς να μπορεί να κατηγορηθεί ότι αναπαράγει με άγευστο τρόπο διάφορα κλισέ που έχουμε συνηθίσει να μας βομβαρδίζουν σε τέτοιου είδους φιλμ, πρόκειται για μια εξαιρετικά απολαυστική ταινία που άφησε τις άριστες των εντυπώσεων. Το θερμότατο χειροκρότημα και η αποθέωση που γνώρισε στο τέλος της προβολής δεν είναι παρά η ένδειξη ότι το «Inside», μαζί με το «The Orphanage» που είδαμε πριν λίγες μέρες πάλι εδώ στις Κάνες, θα αποτελέσουν τα δύο κορυφαία θρίλερ που θα βγουν στις αίθουσες την επόμενη σεζόν…


Lynch

Η αυλαία άνοιξε, η κάμερα άρχισε να καταγράφει και παράλληλα να αποκαλύπτει. Να αποκαλύπτει έναν καλλιτέχνη πίσω από μια άλλη κάμερα, την ώρα της δουλειάς του, δημιουργώντας. Κι όταν μάλιστα ο εν λόγω καλλιτέχνης είναι ο Ντέιβιντ Λιντς, τότε αυτή η καταγραφή φαντάζει εξ’ αρχής σπουδαία. Διότι το «Lynch», ένα ντοκιμαντέρ πάνω στο έργο αλλά και τη δημιουργικότητα του σκηνοθέτη Ντέιβιντ Λιντς προσπαθεί να μας δείξει τον τρόπο που δουλεύει ο διάσημος δημιουργός, παρουσιάζοντας παράλληλα άγνωστες πτυχές του χαρακτήρα του με τις οποίες δεν είχαμε έρθει ποτέ σε επαφή. Μέσα από ένα σπάνιο υλικό που χρειάστηκε δύο χρόνια για να συγκεντρωθεί, ο Λιντς εκτίθεται στην κάμερα με απλότητα και πολύ χιούμορ, χτίζοντας το πορτραίτο όχι μόνο του χαρακτήρα του αλλά και της δημιουργικής διαδικασίας που ακολουθεί όταν ο ίδιος κινηματογραφεί. Εκτός λοιπόν από εκτενέστατα παρασκήνια των γυρισμάτων της νέας του δουλειάς «Inland Empire» παρακολουθούμε τον Αμερικανό καλλιτέχνη να καλλιεργεί και να πειραματίζεται και σε άλλα πεδία της τέχνης και να συμμερίζεται (ή και να μεταδίδει) τον ενθουσιασμό του στον ίδιο το θεατή. Το ντοκιμαντέρ, που προβλήθηκε στα πλαίσια της ενότητας “Special Screenings” είναι απολαυστικό όσο και διδακτικό και αναμφίβολα θα ενθουσιάσει τους αναρίθμητους λάτρεις του μεγάλου σκηνοθέτη.


We Own the Night

Χωρίς ιδιαίτερη θέρμη αλλά δίχως και να απογοητευτούμε παρακολουθήσαμε το «We Own the Night», την τρίτη ταινία του Τζέιμς Γκρέι. Συνεργαζόμενος εκ νέου με τους Μαρκ Γουόλμπεργκ και Χοακίν Φίνιξ, όπως και στο «The Yards», μας αφηγείται μια ιστορία αστυνομικού ηρωισμού και αυτοθυσίας, εντός της οποίας μπορείς να εντοπίσεις όλα τα …κλισέ του είδους. Απέχοντας πολύ από την ποιοτική πρώτη του δουλειά, τη σπουδαία «Μικρή Οδησσό» ο Γκρέι δείχνει να μένει στάσιμος στο έργο του, ενώ μπορούμε να πούμε πως το «We Own the Night» είναι ενδεχομένως η μόνη ταινία από αυτές που είδαμε φέτος η οποία δεν ταιριάζει στο ύφος του Διαγωνιστικού του φεστιβάλ. Στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’80, ένας νεαρός γκάνγκστερ- ιδιοκτήτης νυχτερινού club ονόματι προσπαθεί να κρύψει τους οικογενειακούς δεσμούς του με το Νόμο, καθώς τόσο ο πατέρας του όσο και ο αδερφός του είναι αστυνομικοί. Μοναδικό άτομο το οποίο μπορεί να εμπιστευτεί είναι η κοπέλα του, Αμάντα, ωστόσο σύντομα η ρώσικη μαφία, που ελέγχει τη διακίνηση ναρκωτικών στην πόλη, θα προκηρύξει ανοιχτό πόλεμο με την Αστυνομία. Με τους Ρώσους να μην δείχνουν καθόλου οίκτο και χωρίς να έχει χρόνο στη διάθεση του να ξεκαθαρίσει τη θέση του, ο πρωταγωνιστής θα πρέπει να διαλέξει ένα από τα δύο στρατόπεδα, με την οποιαδήποτε επιλογή του να επιφέρει και τις αντίστοιχες συνέπειες…   


Une Vieille Maitresse

Σε εξίσου «αδιάφορα» επίπεδα κινήθηκε και ένα έτερο φιλμ του Διαγωνιστικού, το «Une Vieille Maitresse» της 58χρονης Γαλλίδας Catherine Breillat. «Το Αρχαιότερο Επάγγελμα» σε ελεύθερη μετάφραση και όπως αντιλαμβάνεστε ουδείς καταλληλότερος να το εκθέσει επί της οθόνης από την (συνήθη ύποπτο) Άζια Αρζέντο. Η ιταλικής καταγωγής ηθοποιός, όπως γράψαμε και για το «Boarding Gate» είναι και πάλι μια γυναίκα με …στοιχεία πόρνης (αυτή τη φορά μάλιστα πόρνη εποχής), σε ένα φιλμ κατά το οποίο η Breillat μας παρουσιάζει και πάλι τις σεξουαλικές τις εμμονές με φόντο την αριστοκρατική κοινωνία του 19ου αιώνα. Ένας γάμος ανάμεσα σε έναν έκλυτο άνδρα και μια ενάρετη γυναίκα έχει προξενήσει τα δυσμενή σχόλια της υψηλής κοινωνίας, καθώς άπαντες πιστεύουν ότι ουδέποτε ο πρώτος θα διακόψει την παράφορη και παθιασμένη σχέση με μια ανήθικων αρχών γυναίκα. Προδοσίες, μυστικά και απιστίες μπλέκονται στη δίνη μιας κοινωνίας όπου κυριαρχούν οι συμβάσεις και τα συναισθήματα καλούνται να αποδειχθούν πως έχουν μεγαλύτερη ισχύ από το πεπρωμένο. Κι αν το όνομα της Γαλλίδας στην καρέκλα του σκηνοθέτη δημιουργούσε προσδοκίες για μια αν μη τι άλλο ενδιαφέρουσα ταινία, εντούτοις η Breillat αποδεικνύεται πιο άτολμη από ποτέ, με αποτέλεσμα να μιλάμε για ένα ανούσιο και μάλλον αδιάφορο φιλμ. Σίγουρα δεν αποτελεί μια κακή πρόταση, όμως μείναμε με την εντύπωση πως πολύ θα ήθελε να είναι «Επικίνδυνες Σχέσεις»…


Smiley Face

Ο Gregg Araki καταπιάνεται και πάλι με θέματα που αφορούν την ενηλικίωση και με ισχυρή δόση ναρκωτικών ουσιών προσπαθεί να εθίσει το κοινό του στο γέλιο. Η αλήθεια είναι πως το καταφέρνει εν μέρει, καθώς πρόκειται για μια αρκετά αστεία ταινία, το «Smiley Face» ωστόσο δεν μας ενθουσίασε τόσο αν και άφησε ομολογουμένως θετικές εντυπώσεις. Η κεντρική ηρωίδα, η Τζέιν (Άνα Φάρις), είναι μια αποτυχημένη ηθοποιός που σίγουρα δε μπορείς να τη χαρακτηρίσεις …δραστήρια. Ένα πρωί, θα σηκωθεί βαριεστημένα από το κρεβάτι της και θα δοκιμάσει τα μπισκότα που είχε αφήσει η ψυχωτική συγκάτοικος της, χωρίς να γνωρίζει πως αυτά είναι ποτισμένα με ναρκωτικά. Από εκείνη τη στιγμή αρχίζουν οι συνεχείς γκάφες, καθώς η Τζέιν θα μπλεχτεί σε μια σειρά ξεκαρδιστικών περιπετειών στην προσπάθεια της να διασχίσει όλη την πόλη προκειμένου να βρει ένα μνησίκακο dealer, να περάσει μια οντισιόν και να αντικαταστήσει τα μπισκότα… Μεταχρονισμένη εφηβεία και καθυστερημένη ενηλικίωση είναι τα χαρακτηριστικά στον κόσμο του Araki, ο οποίος μοιάζει σαν να περιστρέφεται γύρω απ’ το τρίπτυχο sex, drugs & rock’n’roll.  


Promise Me This- The Mourning Forest

Όσο για τις ταινίες που προλάβαμε να δούμε σήμερα και με τις οποίες ολοκληρώνεται το παζλ του Διαγωνιστικού, αυτές μάλλον μας άφησαν με μια πίκρα, δεδομένου ότι πάντα ένα γλυκό τέλος είναι καλύτερο… Τέτοιο ασφαλώς και δε μας επεφύλασσε ούτε η τελευταία δουλειά του Εμίρ Κουστουρίτσα («Promise Me This») ούτε το Ιαπωνικό «The Mourning Forest» της Ναόμι Καβάσε. Ο πολυβραβευμένος Βόσνιος σκηνοθέτης ακολουθεί από κοντά τις περιπέτειες ενός νεαρού που ζει στην επαρχία και ταξιδεύει στην πόλη με σκοπό να βρει γυναίκα, καθώς αυτή είναι η τελευταία υπόσχεση που έδωσε στον ετοιμοθάνατο παππού του. Οι εν λόγω περιπέτειες όμως καταλήγουν κάτι παραπάνω από …κουραστικές, καθώς ο Κουστουρίτσα επαναλαμβάνεται ασκόπως και χωρίς εξέλιξη, σε σημείο που αυτός ο καταιγισμός από γκάφες και βαλκανική μουσική, ξανά και ξανά, να αποτελεί κοινότυπο μοτίβο. Χαρακτηριστικό είναι πως οι περισσότεροι από το κοινό έφυγαν από την αίθουσα πριν το τέλος της ταινίας (μαζί και εμείς…) και το μόνο σίγουρο είναι πως όποιος χειροκρότησε το έπραξε μάλλον από ευγένεια… Η Καβάσε από την άλλη, παρουσιάζει με μεστό τρόπο μια ιστορία όπου ένας ηλικιωμένος και η νοσοκόμα που τον φροντίζει αναζητούν τον εαυτό τους και τη συγχώρεση- λύτρωση, ωστόσο το πράττει με τόσο αργούς ρυθμούς που φαντάζει αδύνατο να διατηρηθεί ακέραιο το ενδιαφέρον του θεατή. Θυμίζοντας σε πολλά σημεία κινηματογράφηση αλά Αγγελόπουλος, δίχως όμως την ίδια ποιότητα, θα λέγαμε πως η ταινία δεν αποφεύγει το χαρακτηρισμό «πληκτική», αν και υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσε να αποτελεί μια ενδιαφέρουσα πρόταση. 
 
Copyright © 2006-2012 CINEMaD. Developed by Nuevvo.