Από κοντά και το ταϊλανδέζικο «Ploy», που προβλήθηκε στα πλαίσια της ενότητας «Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών», ενώ αντίθετα μάλλον άσχημες ήταν οι εντυπώσεις που μας άφησε το (ολοφάνερα) επιτηδευμένα σοκαριστικό, «Import- Export». Όσο για το πού χάθηκαν κάποια στιγμή το απόγευμα όλοι οι φωτογράφοι που καλύπτουν το φεστιβάλ; Μα φυσικά άπαντες στριμώχθηκαν σε μια γωνιά κατά μήκος του κόκκινου χαλιού, προσπαθώντας να αποθανατίσουν την άφιξη του λαμπερού ζεύγους Μπραντ Πιτ- Αντζελίνα Τζολί…Των απεσταλμένων μας Νίκου Κουλαυτάκη και Κώστα Χουβαρδά
Επιμέλεια: Παντελής Μαυρομμάτης
ΟΙ ΤΑΙΝΙΕΣ
Απολαυστικός Ταραντίνο
Ο Κουέντιν Ταραντίνο είναι μια από τις αγαπημένες «φιγούρες» του φεστιβάλ των Κανών. Και ως τέτοια δε θα μπορούσε να απουσιάζει από την 60ή επετειακή διοργάνωση. Το κινηματογραφικό του προϊόν ωστόσο που προβάλλεται στα πλαίσια του Διαγωνιστικού Τμήματος, είχε αρχικά δημιουργηθεί με …διαφορετικούς σκοπούς. Διότι το «Death Proof» δεν ξεκίνησε την πορεία του ως μια αυτόνομη ταινία, αλλά ως το δεύτερο μισό του φιλμ- φόρου τιμής στο sexploitation cinema της δεκαετίας του ’60- ’70, υπό τον τίτλο «Grindhouse». Το τελευταίο αποτελούσε προϊόν της συνεργασίας του Ταραντίνο με το φίλο του σκηνοθέτη Ρόμπερτ Ροντρίγκεζ (η δική του πινελιά το «Planet Terror»), με τα δύο μέλη ωστόσο να είναι παντελώς διαφορετικά μεταξύ τους- σαν «δύο ταινιάρες τρόμου στην τιμή της μίας», όπως είχε πει και ο δάσκαλος Κουέντιν.
Ολόκληρο το εγχείρημα παρουσιάστηκε προσφάτως στην Αμερική όπου όμως δεν εκτιμήθηκε δεόντως από το κοινό (τουλάχιστον αυτό μαρτυρά η εμπορική του πορεία), κάτι που πραγματικά μας προξενεί μεγάλη εντύπωση αν κρίνουμε από το …πρώτο του μισό. Όσοι βρέθηκαν στην αίθουσα που φιλοξένησε το πόνημα του Ταραντίνο έμειναν καταευχαριστημένοι και δε σηκώθηκαν από τη θέση τους παρά μόνο όταν έπεσε και η τελευταία αράδα από τους τίτλους τέλους, με το θερμό χειροκρότημα που ακολούθησε να αποτελεί απλά το επιστέγασμα ενός εξαιρετικά απολαυστικού θεάματος. Μάλιστα δεν ήμασταν λίγοι οι συνάδελφοι που περιμέναμε εναγωνίως να δούμε …κι άλλο, καθώς μια γκάφα των διοργανωτών αναφορικά με τη χρονική διάρκεια της ταινίας μας γέμισε προσδοκίες για μερικά ακόμα λεπτά…
Όσο για το τι συμβαίνει στο φιλμ που σίγουρα θα εξιτάρει αρκετό (αλλά …ειδικευμένο) κόσμο μια και αποτελεί τον ορισμό του b-movie, η κάμερα του Ταραντίνο ακολουθεί με ιλιγγιώδη ταχύτητα την πορεία του δολοφόνου Κερτ Ράσελ, ο οποίος αρέσκεται στο να παρασύρει με την cult Dodge Challenger του 1970 όποια ανυπεράσπιστη –και πάντα προκλητικά όμορφη- κορασίδα βρεθεί στο διάβα του. Έχοντας οδηγήσει στο θάνατο με τους πλέον παρανοϊκούς τρόπους (που αγγίζουν τα όρια του splutter) διάφορα θηλυκού γένους θύματα θα γευτεί τελικά την πίκρα της «τιμωρίας» από μια παρέα σκληρών κοριτσιών με ηγέτη τη Ροζάριο Ντόσον, αφού πρώτα έχουν προηγηθεί δύο «γεμάτες» σκηνές καταδίωξης… Τα χρόνια της (χαμένης) αθωότητας
Μόνιμος …κάτοικος Κανών κοντεύει να γίνει ο Γκας Βαν Σαντ, καθώς οι τρεις τελευταίες ταινίες του έχουν όλες συμπεριληφθεί στο εκάστοτε επίσημο πρόγραμμα του Διαγωνιστικού.
Την πρώτη φορά μάλιστα που αυτό συνέβη (2003), ο σπουδαίος Αμερικανός σκηνοθέτης έφυγε από την Κυανή Ακτή με το «Χρυσό Φοίνικα» για το καθηλωτικό «Elephant». Πλέον, πέντε χρόνια μετά τη βράβευση του και δύο μετά τη συμμετοχή του με το «Last Days», επιστρέφει με μια ταινία ανάλογης θεματολογίας, όσο κι αν πολλοί πίστεψαν ότι είχε κλείσει ο κύκλος της ενασχόλησης του με την ταραγμένη εφηβική (ή γενικότερα νεανική) ψυχή. Στο «Paranoid Park» ο Βαν Σαντ καταπιάνεται και πάλι με την παρουσίαση- ψυχογράφημα των εφηβικών χρόνων ατόμων που υπό μια έννοια θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν περιθωριακοί, διαφορετικοί ή αντισυμβατικοί, οριοθετώντας ως βασικό χώρο δράσης του το προβληματικό σχολικό περιβάλλον (μολονότι η περισσότερη από τη «δράση» δεν εκτυλίσσεται εντός αυτού). Με το γνωστό του τραχύ, ψυχοφθόρο και πέρα για πέρα ρεαλιστικό ύφος καταγράφει μια φαινομενικά ακραία πραγματικότητα, η οποία όμως αποδεικνύεται κάτι παραπάνω από υπαρκτή. Μέρος αυτής της πραγματικότητας είναι και ο νεαρός πρωταγωνιστής της ταινίας, ένας skater- οργισμένο νιάτο, που προσπαθώντας να καταλαγιάσει την «οργή» του, θα σκοτώσει μια μέρα άθελα του το φύλακα ενός πάρκου.
Μην ξέροντας αρχικά τι να κάνει θα αποφασίσει τελικά να μην αναφέρει σε κανέναν το περιστατικό, ωστόσο όσο κι αν αρχικά φαίνεται πως δεν έχει συναίσθηση των πράξεων του, εντούτοις σύντομα αντιλαμβανόμαστε ότι οι τύψεις δε σταματούν λεπτό να τον βασανίζουν. Μεγάλο ρόλο στην απόδοση αληθοφάνειας στην ταινία έπαιξε και το γεγονός πως ο Βαν Σαντ επέλεξε αυστηρά ερασιτέχνες ηθοποιούς, πολλοί εκ των οποίων δεν είχαν καμία σχέση με υποκριτική καθώς μπήκαν στο project μέσω μιας προκήρυξης στο internet (συγκεκριμένα μέσω αιτήσεων από το διαδικτυακό τόπο “myspace”). Κάτι αντίστοιχο με παιδιά που «ντύθηκαν» ηθοποιοί είχε κάνει ο Βαν Σαντ και στον «Ελέφαντα» και αν οι ομοιότητες σταματούσαν εκεί και δε μας θύμιζε τόσο έντονα το βραβευμένο φιλμ του δημιουργού, τότε ενδεχομένως να μιλούσαμε για μια από τις ταινίες που θα απασχολούσαν φέτος το «Φοίνικα»…A Mighty Heart
Η ιστορία του Ντάνιελ Περλ, διακεκριμένου δημοσιογράφου της Wall Street Journal, είχε συγκλονίσει προ 5ετίας την παγκόσμια κοινή γνώμη, όταν σε μια αποστολή του στο Πακιστάν είχε απαχθεί και δολοφονεί από μια τρομοκρατική οργάνωση. Το περιστατικό πήρε μεγάλες διαστάσεις και έκανε το γύρο του κόσμου, ωστόσο αυτό που τελικά έμεινε ήταν η συγκινητική «μαρτυρία» της συζύγου του, Μαριάν, μέσα από το βιβλίο που η ίδια έγραψε για τη ζωή και το θάνατο του άντρα της (A Mighty Heart). Βασισμένος σε αυτό το βιβλίο ο Μάικλ Γουιντερμπότομ δημιουργεί ένα δυνατό πολιτικό θρίλερ, το οποίο εντυπωσιάζει τόσο λόγω θέματος όσο και από μεριάς κινηματογράφησης.
Με το (εξαιρετικό) περυσινό ντοκιμαντέρ «The Road to Guantanamo» άλλωστε ο Βρετανός σκηνοθέτης μας έδειξε τα δόντια του σε ό,τι αφορά στο πολιτικοποιημένο σινεμά και αναπόφευκτα ο πήχης βρισκόταν ήδη πολύ ψηλά. Και πράγματι η σκηνοθεσία του και οι προθέσεις του είναι εξαιρετικές, παραδίδοντας μας ένα ποιοτικό φιλμ, η αλήθεια όμως είναι πως αυτή τη φορά φάνηκε μάλλον περισσότερο «δειλός» απ’ όσο έπρεπε. Διότι παρότι του δίνεται η ευκαιρία να αναπτύξει το ζήτημα της τρομοκρατίας και το πώς αυτή γεννάται ή και «χρησιμοποιείται» ανάλογα με την περίσταση, επιλέγει τελικά να μην πάρει θέση, εξετάζοντας το τελείως αποστασιοποιημένα και άρα επιφανειακά, μια και μένει στην απλή καταγραφή των γεγονότων. Πρόκειται πάντως για ένα από μια από τις πιο ενδιαφέρουσες ταινίες του επίσημου προγράμματος εκτός συναγωνισμού, ενώ η Αντζελίνα Τζολί, που υποδύεται την Μαριάν Περλ, στέκεται αρκετά καλά στις (αυξημένες) απαιτήσεις ενός τέτοιου ρόλου.Στα όρια της διαστροφής
Μέχρι στιγμής και …παρασυρόμενοι από τη γενική ευφορία που δημιουργεί το εορταστικό κλίμα του φεστιβάλ, δεν είχαμε βγει από κάποια αίθουσα έχοντας αποκομίσει καθολικά αρνητικές εντυπώσεις για κάποια από τις ταινίες. Από τα πρώτα κιόλας λεπτά όμως του «Import- Export» αρχίσαμε να αντιλαμβανόμαστε πως αυτή η στιγμή είχε μάλλον φτάσει… Και δεν ήταν η πληθώρα των σοκαριστικών σκηνών (τόσο εκείνων με ωμό σεξουαλικό περιεχόμενο όσο και των άθλιων εικόνων ηλικιωμένων στα πρόθυρα του θανάτου) που μας προξένησε αυτή την αποστροφή- έχοντας δει άλλωστε το διασημότερο ίσως έργο του σκηνοθέτη Ούλριχ Σεντλ, «Dog Days», γνωρίζαμε τι είχαμε να αντιμετωπίσουμε.
Ήταν το γεγονός πως ο Αυστριακός δημιουργός δίνει μια αδιάψευστη αίσθηση πως κάνει σινεμά που σοκάρει για να σοκάρει, χωρίς προσανατολισμό και στόχους. Χρησιμοποιεί τέτοιου είδους πλάνα όχι για την προώθηση της πλοκής ή ενός απώτερου μηνύματος, αλλά για να προκαλέσει επίπλαστο «πόνο» στον ψυχισμό του θεατή. Τα όποια ζητήματα θίγονται μέσα από τις παράλληλες ιστορίες των δύο πρωταγωνιστών που αναζητούν ένα καλύτερο αύριο ακολουθώντας αντίθετες πορείες (η μία φεύγει από την Ουκρανία για να καταλήξει νοσοκόμα σε γηροκομείο στην Αυστρία και ο άλλος ταξιδεύει στο μέρος που άφησε η πρώτη για να βρει νόημα στη ζωή του), μοιάζουν να χάνονται σταδιακά από το πανί, μαζί με την ελπίδα για κάτι καλύτερο από μια κακή, «απάνθρωπη» ταινία. Σίγουρα μια από τις χειρότερες προτάσεις του διαγωνιστικού τμήματος, από έναν Αυστριακό που θα ήθελε να είναι Χάνεκε στη θέση του Χάνεκε…«Νέο Κύμα» από την Ταϊλάνδη
Σε αντίθεση με τα παραπάνω, αρκετά καλές κριτικές απέσπασε η νέα δουλειά του ταλαντούχου Ταϊλανδού σκηνοθέτη Πεν-Εκ Ραταμπαρουάνγκ, του οποίου το (διόλου εύηχο είναι η αλήθεια…) όνομα άρχισε να ακούγεται ολοένα και πιο δυνατά στην κινηματογραφική πιάτσα μετά το «The Last Life of the Universe» (2003). Ο 45χρονος Ασιάτης ταξίδεψε στις Κάνες έχοντας στις αποσκευές του το «Ploy», ένα ερωτικό ψυχολογικό δράμα, το οποίο ουσιαστικά μοιάζει σα να εκτυλίσσεται στους τέσσερις τοίχους ενός δωματίου. Έντονο μυστήριο διακατέχει την ατμόσφαιρα καθώς τρεις ξένοι μεταξύ τους άνθρωποι βρίσκονται κλειδωμένοι στο ίδιο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου και μη γνωρίζοντας άλλες λεπτομέρειες για τους πρωταγωνιστές, προκύπτουν συνεχώς νέα ερωτήματα στο θεατή.
Παρακολουθώντας από κοντά τα συναισθήματα και τις αντιδράσεις των ηρώων καταλαμβάνουμε πως η ζήλια έχει πάρει τη θέση των αρχικών υποψιών στην καρδιά τους, μέχρι την ώρα που η παρουσία μιας νεαρής κοπέλας θα φέρει ένα παντρεμένο ζευγάρι ένα βήμα πριν την καταστροφή. Παρά τους αργούς ρυθμούς της η ταινία κατορθώνει να σε κρατά σε εγρήγορση καθ’ όλη τη διάρκεια μέχρι το τέλος, ενώ αρκετά ενδιαφέρουσα είναι και η προσέγγιση των ψυχολογικών μεταπτώσεων των πρωταγωνιστών. Από την άλλη όμως μένει μια έντονη αίσθηση πως ο Ταϊλανδός δεν πάει παραπέρα από τις δύο προηγούμενες δουλειές του («Last Life of the Universe» και «Invisible Waves»), με αποτέλεσμα σε ορισμένα σημεία να λογίζεται και ως ανακύκλωση παλαιότερων ιδεών του. ΟΛΑ ΤΑ ΦΩΤΑ ΣΤΟ ΠΙΟ ΔΙΑΣΗΜΟ ΖΕΥΓΟΣ…
Η παρέλαση των σταρ καλά κρατεί όλες αυτές τις μέρες στην Κρουαζέτ, όμως δεν ήταν λίγοι αυτοί που υποστήριζαν πως απουσίαζαν κάποιες σημαντικές «μονάδες».
Δύο εξ αυτών ήταν ασφαλώς και η Αντζελίνα Τζολί με τον Μπραντ Πιτ, οι οποίοι κατέφθασαν τελικά τη Δευτέρα και στο κόκκινο χαλί επικράτησε ένας μικρός …πανικός. Το εκρηκτικό ζευγάρι όπως ήταν φυσικό συγκέντρωσε για αρκετή ώρα πάνω του τα λαμπερά φλας των φωτογράφων, τα οποία όμως για λίγες στιγμές έμοιαζαν πιο …αχνά από τη λάμψη που εξέπεμπαν οι δύο δημοφιλείς ηθοποιοί. Το διάσημο ζευγάρι προφανώς δεν έκανε νωρίτερα το υπερατλαντικό ταξίδι προκειμένου να απολαύσει όσο το δυνατόν περισσότερες οικογενειακές στιγμές ευτυχίας μαζί με τα τέσσερα παιδιά του, που πάντως έμειναν πίσω στο Αμέρικα. Υπενθυμίζουμε πως η Αντζελίνα πρωταγωνιστεί στην ταινία του Μάικλ Γουιντερμπότομ «A Mighty Heart» (δήλωσε μάλιστα πως ο ρόλος της Μαριάν Περλ ήταν ένας από τους πιο δύσκολους στην καριέρα της), ενώ και ο σύντροφος της συμμετέχει στο φιλμ από το πόστο του συμπαραγωγού. ΟΛΟΧΡΥΣΗ ΠΥΞΙΔΑ
Εκτός από προβολές, εκδηλώσεις και φανταχτερές δεξιώσεις ας μην ξεχνάμε πως κάθε χρόνο στις Κάνες λαμβάνει χώρα και το μεγαλύτερο «παζάρι» κινηματογραφικών ταινιών, με τον εμπορικό χαρακτήρα του φεστιβάλ να αποτελεί μια από τις πλέον βασικές πτυχές του «χαρακτήρα» του. Στα πλαίσια αυτού λοιπόν παρακολουθήσαμε σε ειδική εκδήλωση ένα δεκάλεπτο promo της νέας χολλυγουντιανής υπερπαραγωγής «His Dark Material: The Golden Compass», η οποία αποτελεί και το μεγάλο στοίχημα της νέας σεζόν. Πρόκειται για μεταφορά του πρώτου βιβλίου της πολυδιαβασμένης «Τριλογίας του Κόσμου» του Πούλμαν, με το cast να περιλαμβάνει ονόματα όπως η Νικόλ Κίντμαν, ο Ντάνιελ Κρεγκ, η Εύα Γκριν και ο Έρικ Μπάνα.
Η πρώιμη αυτή επαφή υπήρξε κάτι παραπάνω από ελπιδοφόρα, αφού με μια ματιά φάνηκε πως όντως πρόκειται περί μιας καλοστημένης επικής παραγωγής και δε θα ήταν υπερβολή να πούμε πως έχει όλα τα φόντα να αποτελέσει κάτι σαν «διάδοχο» του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών. Άλλωστε το story της ταινίας που περιλαμβάνει ταξίδια, αναζητήσεις, απαγωγές, μυστικές οργανώσεις και παράλληλους κόσμους με εξίσου μυστηριώδη πλάσματα είναι από μόνο του χορταστικό... Για μια πιο ολοκληρωμένη εκτίμηση πάντως θα πρέπει να περιμένουμε λίγο ακόμα.

