ΑΡΧΙΚΗ arrow CINEMA arrow ΜΑΡΤΙΝ ΣΚΟΡΣΕΖΕ: Η ΔΙΚΑΙΩΣΗ...
ΜΑΡΤΙΝ ΣΚΟΡΣΕΖΕ: Η ΔΙΚΑΙΩΣΗ... Εκτύπωση
Αξιολογήστε το κείμενο:
(0 ψήφοι)
Συντάκτης: Παντελής Mαυρομμάτης   
30.04.07
Μέχρι πρότινος αποτελούσε μέλος μιας ξεχωριστής παρέας κινηματογραφιστών των οποίων η τεράστια προσφορά στην έβδομη τέχνη δεν είχε επισφραγιστεί με την –κατά πολλούς- ανώτερη κινηματογραφική διάκριση: ένα βραβείο Όσκαρ. Χρειάστηκε να «σπαταλήσει» περισσότερα από 40 χρόνια πίσω από την κάμερα προκειμένου να σβηστεί το όνομα του από τα συγκεκριμένη λίστα που συμπληρώνουν σπουδαίοι άνθρωποι όπως ο Άλφρεντ Χίτσκοκ, ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ και ο Ρόμπερτ Άλτμαν. Κι αν τελικά ο «Πληροφοριοδότης» έστειλε το πολυπόθητο αγαλματίδιο στην αγκαλιά του Μάρτιν Σκορσέζε, αυτό που μας μένει είναι οι μετέπειτα δηλώσεις του κορυφαίου δημιουργού που απλώς αποδεικνύουν πως ελάχιστη σημασία είχε το εάν βραβευόταν ή όχι: «Ήταν πολύ θετικό το γεγονός πως δεν πήρα Όσκαρ νωρίτερα στην καριέρα μου, γιατί ενδεχομένως κάτι τέτοιο θα άλλαζε τον τρόπο που κάνω ταινίες. Χαίρομαι που μου πήρε τόσο καιρό. Άξιζε». Και κρίνοντας από το σπουδαίο έργο που έχει αφήσει κληρονομιά στον κινηματογραφικό κόσμο, ασφαλώς και άξιζε η αναμονή ή, διαφορετικά, ίσως καλύτερα να μην βραβευόταν ποτέ…  


Τα Χρόνια της Νιότης

«Όλη μου η ζωή υπήρξε ταινίες και θρησκεία. Τίποτα άλλο», εκτιμά ο ίδιος ο Σκορσέζε και στην ουσία των περιεκτικών αυτών δηλώσεων συνοψίζεται και η όλη πραγματικότητα του βίου του. Γόνος Ιταλών μεταναστών, ο Μάρτιν Σκορσέζε γεννήθηκε στις 17 Νοεμβρίου 1942 στη Νέα Υόρκη και μεγάλωσε στην περιοχή Little Italy του Manhattan. Η ενασχόληση του με τον κινηματογράφο έχει τις ρίζες της σε ένα μάλλον παράδοξο γεγονός, καθώς λίγο- πολύ οφείλεται στο χρόνιο άσθμα που τον ταλαιπωρούσε από τα παιδικά του χρόνια. Κι αν το αρχικό του όνειρο ήταν να γίνει ιερωμένος και για τον λόγο αυτό γράφτηκε το 1956 σε μια ιερατική σχολή, εντούτοις ένα χρόνο αργότερα –και προς όφελος όλως μας- τα παράτησε, για να καταλήξει στο “New York University Film School”. Στα πλαίσια των εκεί σπουδών του ανάγονται και τα πρώτα δείγματα δουλειάς του, που δεν είναι άλλα από ορισμένα φιλμ μικρού μήκους μέχρι να φτάσουμε στο 1967 και την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του. Ο λόγος για το “Who’s that Knocking at my Door” όπου συναντάμε στον πρωταγωνιστικό ρόλο τον Χάρβεϊ Καϊτέλ αλλά και τη Θέλμα Σουνμέικερ στο πόστο του μοντάζ, δύο ανθρώπους δηλαδή με τους οποίους γνωρίστηκε στην σχολή κινηματογράφου και συνεργάστηκε πάμπολλες φορές στη συνέχεια της καριέρας του. Πρόκειται μάλλον για τα πιο …άγνωστα έργα του δημοφιλούς σκηνοθέτη, παρέα με το επόμενο “Boxcar Bertha” (1972), ωστόσο από την τρίτη του κιόλας ταινία άρχιζε σιγά- σιγά να αποκτά φανατικούς οπαδούς. Διότι ένα χρόνο αργότερα οι «Κακόφημοι Δρόμοι» μας εισάγει στο βίαιο και διεφθαρμένο σκορσεζικό σύμπαν, με επίκεντρο τα ανθρώπινα πάθη στην αγαπημένη του Νέα Υόρκη και πρωταγωνιστή τον άσημο τότε Ρόμπερτ Ντε Νίρο, κερδίζοντας κοινό και κριτικούς. Έχοντας δώσει τα …διαπιστευτήρια πως πρόκειται για έναν άνθρωπο που θα μας απασχολήσει πολύ στο μέλλον, η επόμενη δουλειά του «Η Αλίκη δε Μένει πια Εδώ» (1975) φτάνει μέχρι το Φεστιβάλ των Κανών, υποψήφια για το Χρυσό Φοίνικα και παράλληλα χαρίζει στην Έλεν Μπέρστιν το μοναδικό Όσκαρ της καριέρας της…     


Τα Ώριμα Χρόνια

Ό,τι δεν κατάφερε με την «Αλίκη», δηλαδή το πρώτο μεγάλο βραβείο της καριέρας του, ο Σκορσέζε θα το επιτύχει το 1976 με το αριστουργηματικό «Ο Ταξιτζής» αποσπώντας τελικά τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάνες και δημιουργώντας ένα φιλμ- σταθμό στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου. Ένας ήρωας δηλωτικός των χαρακτηριστικών που διέπουν το έργο του Αμερικανού σκηνοθέτη, ο Τράβις είναι ο καθρέφτης της παρακμασμένης κοινωνίας της Νέας Υόρκης ο οποίος καταφέρνει στο τέλος να «διαφθείρει» και τον ίδιο τον θεατή, μένοντας στην ιστορία ως ένας από τους πλέον αγαπημένους κινηματογραφικούς χαρακτήρες. Πολλοί έσπευσαν τότε να αποφανθούν πως το δίδυμο Σκορσέζε- Ντε Νίρο είχε φτάσει στο απόγειο του, οι δύο άνδρες όμως φρόντισαν να τους καταπλήξουν εκ νέου.
  Διότι μετά τα -όχι και τόσο επιτυχημένα εισπρακτικά- “New York, New York” και “The Last Waltz”, το «Οργισμένο Είδωλο» έρχεται το 1980 να δώσει μια γερή γροθιά σε όσους ακόμη δεν είχαν αποδεχτεί πως είχαν να κάνουν με έναν εκ των σπουδαιότερων κινηματογραφιστών που ανέδειξε ποτέ το σινεμά.  «Ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο ήθελε να κάνει αυτή την ταινία, όχι εγώ. Εγώ δεν καταλαβαίνω τίποτα για το μποξ», θα δηλώσει αργότερα ο Σκορσέζε γι’ αυτή την σκηνοθετική …διδαχή, η οποία πάραυτα θα τον φέρει για πρώτη φορά στην πεντάδα των Όσκαρ αλλά θα μείνει πίσω από το “Ordinary People” του Ρόμπερτ Ρέντφορντ (χάρισε πάντως από ένα αγαλματίδιο στους Ντε Νίρο και Θέλμα Σουνμέικερ). Μια …βόλτα από τις Κάνες πέρασαν και τα «Βασιλιάς για μια Νύχτα» και «Μετά τα Μεσάνυχτα» το 1983 και το 1985 αντίστοιχα, με το δεύτερο να χαρίζει στον Μάρτι και το Βραβείο Σκηνοθεσίας, ενώ το 1986 ήρθε το «Το Χρώμα του Χρήματος» να δώσει την ευκαιρία στον Πολ Νιούμαν να βραβευτεί από την Ακαδημία. Τα δύο επόμενα φιλμ αποδείχθηκαν και από τα πιο πολυσυζητημένα της σταδιοδρομίας του Σκορσέζε. «Ο Τελευταίος Πειρασμός» αρχικά, που είχε καρφωθεί στο μυαλό του από τα 70’s όταν και είχε διαβάσει το βιβλίο του Νίκου Καζαντζάκη, ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων κατά την προβολή του το 1988 αλλά τον οδήγησε και πάλι στο κατώφλι των Όσκαρ. Εν συνεχεία τα «Τα Καλά Παιδιά» (1990), το οποίο έκανε τους απανταχού φαν του δημιουργού να διαφωνούν για το …ποια είναι η καλύτερη ταινία του. Ένα γκανγκστερικό έπος μέσω του οποίου ο Σκορσέζε επιστρέφει στο γνωστό ωμό –αλλά πλέον όχι τόσο τραχύ- στυλ του, με φόντο κακόφημες γειτονιές όμοιες με εκείνες που μεγάλωσε και του χαρίζει ακόμη μια χαμένη υποψηφιότητα για Όσκαρ. Ακολούθησε το «Ακρωτήρι του Φόβου» (1991), ένα θρίλερ που γνώρισε τεράστια εισπρακτική επιτυχία με πρωταγωνιστή –για 7η φορά- τον Ντε Νίρο, ενώ το 1993 ήρθαν τα «Χρόνια της Αθωότητας», με τον Σκορσέζε να εκπλήσσει λέγοντας πως αυτό το ρομαντικό δράμα εποχής ήταν «η πιο βίαιη ταινία» του.        


Η Δεκαετία της Αμφισβήτησης

Πιστός στην ανθρωποκεντρική προσέγγιση ενός κόσμου όπου βασιλεύει η βία, ο Σκορσέζε σκηνοθετεί το 1995 το “Casino”, ένα φιλμ που δίχασε κοινό και κριτικούς που υποστήριξαν πως παρότι (και πάλι) άρτιο σκηνοθετικά, εντούτοις ανακυκλώνει την ατμόσφαιρα που είδαμε σε προηγούμενες ταινίες. Ομόφωνη όμως η κινηματογραφική κοινότητα «αποκήρυξε» δυο χρόνια αργότερα την περιήγηση στο Θιβέτ που ακούει στο όνομα “Kundun”, το οποίο θεωρείται από τα πλέον αδιάφορα φιλμ της καριέρας του. Η αίσθηση πως ο Σκορσέζε είχε χάσει κάτι από την καθηλωτική δύναμη του ενισχύθηκε και μετά το «δύσκολο» «Σταυροδρόμια της Ψυχής» (1999), ενώ οι «Συμμορίες της Νέας Υόρκης» (2002) δεν ικανοποίησαν στο έπακρο τους θαυμαστές του που περίμεναν πως η κινηματογράφηση των πρώιμων χρόνων της μητρόπολης που λάτρεψε ο σκηνοθέτης θα τον επανέφερε σε θέση ισχύος. Παρ’ όλα αυτά τον οδήγησε και πάλι ένα βήμα από το χρυσό αγαλματίδιο ενώ συνολικά απέσπασε 10 υποψηφιότητες.
Κι αν τότε η ήττα του ήταν αναμενόμενη, κανείς σχεδόν δεν περίμενε πως ο αγαπητός Μάρτιν θα έμενε για 5η φορά χωρίς βράβευση όταν ανακοινώθηκε πως θα ήταν εκ νέου υποψήφιος το 2004 με το “Aviator”. Μια τρίωρη υπερπαραγωγή που, αν και δεν είχε τόσο έντονη την προσωπική σφραγίδα του Σκορσέζε, άφησε κατά γενική ομολογία πολύ καλές εντυπώσεις, συγκεντρώνοντας παράλληλα 11 υποψηφιότητες για Όσκαρ. Και πάλι όμως ο διάσημος Αμερικανός δεν έφτασε στην κατάκτηση της «κορυφής» ελέω Κλιντ Ίστγουντ και “Million Dollar Baby”, ούτε κατόρθωσε να διασκεδάσει πλήρως τις χλιαρές εντυπώσεις που είχαν αφήσει οι τελευταίες δουλειές του. Μέχρι…


Ο Πληροφοριοδότης

Μέχρι τη φετινή χρονιά και τον «Πληροφοριοδότη». Ένα φιλμ βγαλμένο από τα παλιά, με τον Μάρτιν Σκορσέζε να επιστρέφει στην προσφιλή του θεματολογία, αυτήν του αστυνομικού φιλμ, διανθισμένης μάλιστα με αρκετά στοιχεία δράσης. Βασισμένο στο ασιατικό “Internal Affairs”, μας παραδίδει μια ιστορία προδοσίας που εκτυλίσσεται σε ένα περιβάλλον διαρκώς αυξανόμενης (ναι, ξανά και ξανά) βίας και διαφθοράς, καθιστώντας το ίσως το καλύτερο του φιλμ μετά το “Goodfellas”.  Για ακόμη μία φορά ο Σκορσέζε καταφέρνει να αποτυπώσει στο πανί τη φιλοσοφία του δρόμου και του υπόκοσμου όπως μόνο αυτός ξέρει, κάνοντας τον θεατή να αισθάνεται απέχθεια αλλά και ταυτόχρονα συμπόνια –έως και …ταύτιση- με καθέναν από τους πρωταγωνιστικούς χαρακτήρες, οι οποίοι είναι ο ένας πιο «κακός» από τον άλλο. Σε αυτό ασφαλώς βοηθάει και το all star cast, τόσο αναφορικά με τους ηθοποιούς όσο και τους συντελεστές της ταινίας, συνθέτοντας έτσι ένα από τα καλύτερα φιλμ της χρονιάς. Μπροστάρης ο αειθαλής Τζακ Νίκολσον στο ρόλο του μεγάλου μαφιόζου, που με την ερμηνεία του …επισκιάζει τους υπόλοιπους, ωστόσο πολύ καλά στέκονται δίπλα του τόσο ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο (που δείχνει πως έχει ωριμάσει ερμηνευτικά) όσο και οι Ματ Ντέιμον και Μαρκ Γουόλμπεργκ, με τον τελευταίο ειδικά να είναι εξαιρετικός στο ρόλο του αθυρόστομου αρχι-μπάτσου. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως η ταινία σάρωσε όλα τα βραβεία προτού χαρίσει στον Σκορσέζε το πρώτο του Όσκαρ, ενώ κατέκτησε το χρυσό αγαλματίδιο στην κατηγορία της Καλύτερης Ταινίας αλλά και σε αυτές του Διασκευασμένου Σεναρίου και Καλύτερου Μοντάζ. 


 
Copyright © 2006-2012 CINEMaD. Developed by Nuevvo.