Για να θυμηθούμε την τελευταία φορά που παρακολουθήσαμε μια τόσο καλογυρισμένη και διασκεδαστικά τρομακτική «ταινία με τέρατα» χρειάζεται να ανατρέξουμε αρκετά πίσω στο χρόνο και συγκεκριμένα στο 1975, όταν ο Σπίλμπεργκ μας έριχνε στα «Σαγόνια του Καρχαρία». Και να που σήμερα, σχεδόν 30 χρόνια μετά, το είδος αυτό αποδεικνύει πως όχι μόνο δεν έχει αποβάλει τα ποιοτικά του χαρακτηριστικά, αλλά επιπλέον πως μπορεί ακόμα να μας προσφέρει απολαυστικές κινηματογραφικές στιγμές. Ο «Επισκέπτης» λοιπόν, αφού έκανε ρεκόρ εισπράξεων στα κορεάτικα ταμεία έρχεται με άγριες διαθέσεις και προς τη Δύση και μοιάζει μαθηματικά βέβαιο πως πολύ σύντομα θα αποκτήσει φανατικούς οπαδούς…Φεβρουάριος του 2000 και ο αξιωματικός Μακ Φάρλαντ της αμερικανικής βάσης στην πόλη Σεούλ της Κορέας διατάζει τη ρίψη μεγάλης ποσότητας φορμαλδεΰδης στο αποχετευτικό σύστημα της περιοχής, όταν διαπιστώνει πως η ημερομηνία που αναγραφόταν στα μπουκάλια είχε περάσει.
Παρά τις ενστάσεις του Κορεάτη υφισταμένου του οι διαταγές τελικά θα εκτελεστούν και τα τοξικά απόβλητα θα καταλήξουν στα νερά του ποταμού Χαν, ο οποίος διασχίζει κατά μήκος την πρωτεύουσα που αριθμεί περί τους 20 εκατομμύρια κατοίκους. Το γεγονός ασφαλώς και διέρρευσε προς τα έξω προκαλώντας την έντονη αντίδραση της κοινής γνώμης, που πρωτίστως εξοργίστηκε με την αδυναμία της κυβέρνησης να εγγυηθεί την τήρηση των νόμων στον ίδιο τον εθνικό της χώρο και αδιαφόρησε για τους κινδύνους που εγκυμονούσαν τόσο αναφορικά με τη ζωή εντός του ποταμού όσο και εκτός αυτού. Ορμώμενος από το πραγματικό αυτό συμβάν (εξ’ ου και η εκτενής αναφορά), που ταυτόχρονα συνθέτει και την εναρκτήρια σεκάνς της ταινίας, ο σκηνοθέτης Τζουν-χο Μπονγκ χτίζει μια ιστορία τρόμου και καταστροφολογίας και με βαθιά οικολογική συνείδηση μας «αναγκάζει» να αναρωτηθούμε πόσο λίγο απέχει η πραγματικότητα από την φαντασία.
Διότι μιλώντας για τους κινδύνους που θα μπορούσαν να προκύψουν από την απερίσκεπτη ενέργεια του -υπό την επωνυμία ζυθοποιίας- αξιωματικού, ποιος μπορεί να αποκλείσει το …ενδεχόμενο ανάπτυξης ενός μεταλλαγμένου αμφίβιου τέρατος που καταβροχθίζει τους περαστικούς για να ικανοποιήσει την πείνα του; Κάπως έτσι λοιπόν δημιουργήθηκε ένα από τα πλέον καλοσχεδιασμένα τέρατα του σύγχρονου σινεμά και ξεκίνησε να σπέρνει τον πανικό γύρω από τις πολυσύχναστες όχθες του ποταμού Χαν. Μετά από αυτό, η ζωή των μελών της οικογένειας Παρκ που διατηρούσαν καντίνα στην «πληγμένη» περιοχή θα διαταραχθεί για τα καλά, όχι όμως λόγω …αναδουλειάς αλλά επειδή η μικρούλα Χιουν-Σίο θα πέσει στα νύχια του αιμοβόρου τέρατος. Και εκεί που όλοι θρηνούσαν το χαμό της, ένα απροσδόκητο τηλεφώνημα αναπτερώνει τις ελπίδες των τεσσάρων συγγενών: του ακαμάτη πατέρα της, του 60χρονου παππού της, του άνεργου φοιτητή θείου της και της θείας- πρωταθλήτριας στην τοξοβολία. Η μικρή τους ενημερώνει πως βρίσκεται σε έναν υπόνομο κάπου στον αχανή ποταμό, ωστόσο η καραντίνα που έχει επιβάλλει η κυβέρνηση στην περιοχή υπό τον φόβο εξάπλωσης ιού, δεν τους επιτρέπει να ξεκινήσουν τον αγώνα αναζήτησης της.
Την ίδια ώρα, οι εντατικές προσπάθειες του στρατού για εξόντωση του τέρατος παραμένουν άκαρπες και έτσι αναγκάζεται να επέμβει η «σωτήρια» κυβέρνηση των ΗΠΑ, υποσχόμενη να εξοντώσει το θήραμα με ένα νέο βιοχημικό όπλο. Εν μέσω πλήρους χάους και βλέποντας τις εκκλήσεις τους για βοήθεια να πέφτουν στο κενό, οι Παρκ θα αψηφήσουν κάθε διαταγή και θα αναλάβουν δράση μόνοι τους…Μολονότι ο συνδυασμός δράσης- τέρατος ενδεχομένως προδιαθέτει για ένα τυπικό φιλμ του είδους, εντούτοις ο «Επισκέπτης» αποδεικνύεται κάτι πολύ παραπάνω. Και δεν είναι μόνο τα εξαιρετικά ειδικά εφέ, που «ζωντανεύουν» το φανταστικό πλάσμα και ήδη εξασφάλισαν το αμερικάνικο remake σε μια κορεάτικη παραγωγή. Συνδυάζοντας εύστοχα στοιχεία τρόμου και φαντασίας με αρκετές χιουμοριστικές πινελιές, η ταινία δύσκολα «κατατάσσεται» σε κάποιο συγκεκριμένο είδος και αυτό από μόνο του συντελεί στο να διατηρείται αναπόσπαστο το ενδιαφέρον του θεατή.
Επιπλέον, ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται η απροθυμία των κυβερνητικών φορέων να ακούσουν τις απελπισμένες φωνές της τραγικής οικογένειας (μίας εκ των πολλών) για βοήθεια, αφήνει ένα αιχμηρό κοινωνικοπολιτικό σχόλιο πάνω στην ευρύτερη λειτουργία του συστήματος. Πόσο μάλλον από τη στιγμή που οι υπεύθυνοι καταφεύγουν τελικά στη λύση των «έξω» (στην προκειμένη των Αμερικανών) που δεν έχουν να προσφέρουν τίποτα άλλο από ένα βιοχημικό όπλο που θα καταστρέψει όλη την πανίδα της περιοχής, οδηγώντας γρηγορότερα σε ένα οικολογικό ολοκαύτωμα. Το μεγαλύτερο «επίτευγμα» του σκηνοθέτη όμως είναι το γεγονός ότι καταφέρνει να προσδώσει ένα ανθρωπιστικό ύφος στο φιλμ. Διότι έχοντας ως κεντρικό άξονα μια δυσλειτουργική οικογένεια που καταφέρνει να ξεπεράσει τα προβλήματα της την ύστατη ώρα, δημιουργεί μια από τις πιο ειλικρινείς και συγκινητικές ταινίες με τέρατα, που απέσπασε μόνο θετικά σχόλια στο φεστιβάλ των Κανών.

