Η προηγούμενη ταινία του Olivier Meyrou ,“Au-dela de la Haine” προκάλεσε αίσθηση στο φεστιβάλ κινηματογράφου του Βερολίνου και απέσπασε το βραβείο Teddy για καλύτερο ντοκιμαντέρ. Ο Γάλλος σκηνοθέτης όμως έδωσε το «παρών» και στη φετινή Berlinale με ένα ακόμη ντοκιμαντέρ, αλλιώτικο αυτή τη φορά. Το “Celebration” πραγματεύεται τη ζωή και την καριέρα του Yves Saint-Laurent, ενός εκ των σπουδαιότερων ανθρώπων από το χώρο της μόδας, δείχνοντας μας όμως μια διαφορετική οπτική για το έργο και την προσωπικότητα του μεγάλου σχεδιαστή. Προτού ο διάσημος οίκος μόδας φροντίσει ώστε να απαγορευτεί η κυκλοφορία της ταινίας στη Γαλλία αλλά και σε άλλες χώρες, η “3η Berlinale in Athens” φρόντισε με τη σειρά της να τη συμπεριλάβει στο φετινό πρόγραμμα, έχοντας παράλληλα ως προσκεκλημένο τον Olivier Meyrou, τον οποίο και συναντήσαμε στην Αθήνα. Συνέντευξη στον Παντελή Μαυρομμάτη
Ερώτηση: Πώς προέκυψε το ενδιαφέρον σας για το είδος του ντοκιμαντέρ; Υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος;
Απάντηση: Οι βασικοί λόγοι είναι δύο. Ο πρώτος έχει να κάνει με το ότι το να γυρίσεις ντοκιμαντέρ απαιτεί λιγότερα χρήματα από το να γυρίσεις μια ταινία μυθοπλασίας. Είναι κάπως ευκολότερο. Και ο δεύτερος σχετίζεται μάλλον με τις σπουδές μου. Σπούδασα δημοσιογραφία και ανέκαθεν έδειχνα ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον προς τον ανθρώπινο παράγοντα, τον τρόπο ζωής ενός ατόμου, τις ιδιαιτερότητες του. Γι’ αυτό και με τράβηξε το είδος των ντοκιμαντέρ. Και μπορώ να πω πως στη Γαλλία είμαστε αρκετά τυχεροί, γιατί έχουμε μεγάλη παράδοση στα ντοκιμαντέρ. Ενώ σε άλλες χώρες τα ντοκιμαντέρ βρίσκουν διέξοδο κυρίως μέσω τηλεόρασης, στη Γαλλία μπορείς να κάνεις ντοκιμαντέρ για τον κινηματογράφο. Αλήθεια, λατρεύω τα ντοκιμαντέρ, είναι ένα αρκετά πλούσιο και δυνατό κινηματογραφικό είδος. Υπάρχει μια ξεχωριστή ένταση όταν χρειάζεται να ξοδέψεις δύο ή τρία χρόνια πάνω σε κάποιον ή κάτι συγκεκριμένο για να ολοκληρώσεις μια ταινία.
Ε: Είναι δύσκολο για ένα ντοκιμαντέρ να βρει διανομή;
Α: Είναι δύσκολο αλλά ταυτόχρονα και εύκολο. Έχει να κάνει με το αν πρόκειται για ένα καλό ντοκιμαντέρ ή για ένα κακό ντοκιμαντέρ. Ασφαλώς στη δεύτερη περίπτωση οι πιθανότητες είναι πολύ λίγες... Κρίνοντας πάντως και από πολλούς φίλους μου που κάνουν ταινίες μυθοπλασίας, μπορώ να πω πως, υπό μια συγκεκριμένη οπτική, είναι ευκολότερο για ένα ντοκιμαντέρ να βρει τον εμπορικό του δρόμο. Κι αυτό γιατί μπορείς να ταξινομήσεις τα ντοκιμαντέρ στην αγορά, ενώ όσον αφορά τις ταινίες μυθοπλασίας, υπάρχουν τόσες πολλές με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζουν τις ίδιες δυσκολίες ως προς το να βρουν διανομή. Πιστεύω πάντως πως τεράστια σημασία έχει το Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου. Η προηγούμενη δουλειά μου (σ.σ.: “Au-dela de la Ηaine”) συμπεριλήφθηκε στο πρόγραμμα της προηγούμενης Berlinale, πήρε και βραβείο εκεί και μετά από αυτό άνοιξαν όλες οι πόρτες. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που βρίσκομαι εδώ, επειδή πρόκειται για μια συνέχεια του φεστιβάλ Βερολίνου και προσωπικά είμαι ιδιαίτερα ευγνώμων απέναντι στη Berlinale διότι συνέβαλε τα μέγιστα ώστε η ταινία μου να προβληθεί και σε άλλες χώρες, όπως η Βρετανία και η Αμερική. Επομένως δεν είναι τόσο δύσκολο για ένα ντοκιμαντέρ να βρει διανομή, τουλάχιστον όχι τόσο όσο φαίνεται.Ε: Ο Willand Speck, εκπρόσωπος του φεστιβάλ Βερολίνου εδώ στην Αθήνα, δήλωσε πως η “Berlinale in Athens” αποτελεί μέρος μιας γενικότερης προσπάθειας μεταφοράς ενός σπουδαίου κινηματογραφικού φεστιβάλ σε άλλες χώρες, που έχει επονομαστεί “Berlinale on Tour”. Ποια είναι η γνώμη σας για αυτή την προσπάθεια, που επιχειρεί να φέρει ένα ευρύτερο κοινό σε επαφή με τους δημιουργούς;
Α: Πιστεύω πως είναι μια πραγματικά σπουδαία προσπάθεια. Ας εξετάσουμε για παράδειγμα τα δύο μεγάλα κινηματογραφικά φεστιβάλ, αυτό των Κανών και εκείνο του Βερολίνου. Το κινηματογραφικό φεστιβάλ των Κανών λαμβάνει χώρα σε ένα πολύ όμορφο τοπίο, ωστόσο οι ντόπιοι δείχνουν να μην ενδιαφέρονται καθόλου για αυτό. Το σύνολο του κοινού του φεστιβάλ των Κανών είναι άνθρωποι από το εξωτερικό. Αυτό δε συμβαίνει στο Βερολίνο. Έτσι, το φεστιβάλ Βερολίνου καταλήγει να είναι πολύ πιο δημιουργικό, ενώ το μεγάλο πλεονέκτημα του είναι πως έχεις την αίσθηση ότι αφορά ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο, σε αντίθεση με τις Κάνες όπου αισθάνεσαι ότι αφορά μόνο τη Δυτική Ευρώπη. Επομένως, η ιδέα της “Berlinale on Tour” είναι πράγματι κάτι το εξαιρετικά σημαντικό γιατί αυτή είναι και η ουσία του Φεστιβάλ Βερολίνου. Να φέρει σε επαφή ολοένα και περισσότερους ανθρώπους με το φεστιβάλ και να δώσει τη δυνατότητα σε ένα ευρύτερο κοινό να γνωρίσει τους δημιουργούς. Στις Κάνες αντίθετα τα πράγματα είναι κάπως πιο στατικά και θα μπορούσα να πω πως πρόκειται περισσότερο για ένα εμπορικό γεγονός παρά κινηματογραφικό, είναι σα μια μεγάλη αγορά. Ε: Από την εμπειρία σας, κρίνεται πως τα μεγάλα κινηματογραφικά φεστιβάλ χρειάζεται να επαναπροσδιορίσουν τη λειτουργία τους σε ορισμένους τομείς προκειμένου να βοηθηθεί περισσότερο το ίδιο το σινεμά;
Α: Είναι δύσκολο να απαντήσω, μια και δεν είμαι ο πλέον ειδικός στα φεστιβάλ. Από τη μικρή μου εμπειρία πάντως, μπορώ να πω πως υπάρχουν αρκετά ποιοτικά φιλμ στην Ευρώπη και εκ των πραγμάτων δημιουργείται μεγάλος ανταγωνισμός μεταξύ των τριών μεγάλων ευρωπαϊκών φεστιβάλ κινηματογράφου: του Βερολίνου, των Κανών και της Βενετίας. Είναι σα να παλεύουν αυτά τα τρία μεταξύ τους και αυτό δεν είναι και τόσο καλό, ωστόσο αναγκάζει την εκάστοτε διοργάνωση να προσπαθεί να βελτιώνεται όλο και περισσότερο. Σε κάθε περίπτωση, τα φεστιβάλ έχουν τεράστια σημασία για τους δημιουργούς καθώς προσφέρουν ένα πολύ μεγάλο παράθυρο για τη δουλειά σου. Και σε ένα εμπορευματοποιημένο κόσμο όπως ο δικός μας, οι ταινίες που συνήθως προβάλλονται στα φεστιβάλ είναι κάπως εύθραυστες απέναντι στις εμπορικές επιταγές και έτσι είναι πολύ σημαντικό μόνο και μόνο να τους δίνεται η ευκαιρία να προβληθούν. Για παράδειγμα, για κάποιον που κάνει ανεξάρτητο σινεμά, το κάθε φεστιβάλ έχει εξέχουσα σημασία. Αν η ταινία δεν περάσει από εκεί, πολύ δύσκολα θα παρουσιαστεί στο κοινό. Είναι λοιπόν σα διαβατήριο. Επιπλέον, το φεστιβάλ θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως ένα είδος αντίστασης απέναντι στην τεράστια δύναμη του εμπορικού σινεμά. Είναι μια εναλλακτική πρόταση, που προκαλεί και αποδεικνύει πως και ένα αλλιώτικο σινεμά μπορεί να επιβιώσει- όχι μόνο το εμπορικό. Ε: Στις μέρες μας όμως, το εμπορικό σινεμά δεν είναι αυτό που προσελκύει το ενδιαφέρον του κοινού;
Α: Μα αυτό είναι κάτι που διαπιστώνεις κάθε μέρα. Και για να μιλήσω για τη Γαλλία -αν και πιστεύω ότι παντού ισχύει το ίδιο-, αυτό που με τρομάζει είναι πως οι άνθρωποι που αποκαλούμε σινεφίλ είναι ως επί το πλείστον άνθρωποι μεγάλης ηλικίας. Είναι δηλαδή άνθρωποι άνω των 40 ετών, σπανίως βλέπω 20άρηδες ή ακόμη 30άρηδες σινεφίλ. Ακόμη κι αν αυτοί σπουδάζουν τέχνη ή κάτι ανάλογο, έχω την αίσθηση πως ελάχιστες φορές μπορώ να συμβαδίσω μαζί τους σε ό,τι αφορά στον κινηματογράφο. Και αυτό είναι κάτι που απασχολεί όλους τους ανθρώπους του κινηματογράφου, το πώς δηλαδή μπορούμε να αναπτύξουμε μια σχέση σινεφίλ με νεότερο κοινό. Διότι πρόκειται για μια γενιά που μεγάλωσε με την τηλεόραση και από πολύ μικρή ηλικία έχουν εκτεθεί σε συγκεκριμένες εικόνες, συγκεκριμένα χρώματα, συγκεκριμένη μουσική. Μπορεί και να κάνω λάθος, αλλά μετά από αυτό, δεν ξέρω κατά πόσο θα είναι εύκολο να προσελκύσουμε αυτούς τους ανθρώπους όταν μεγαλώσουν. Γιατί οι συγκεκριμένες παραστάσεις, όπως για παράδειγμα εκείνες των υπερπαραγωγών του Χόλλυγουντ έχουν πια μπει για τα καλά στο μυαλό τους, στο σώμα τους και δεν θα είναι εύκολο να έρθουν σε επαφή με κάποιες άλλες, διαφορετικές προτάσεις. Και δεν έχω τίποτα με τις μεγάλες παραγωγές, αντιθέτως. Πολλές φορές έχω απολαύσει μια χολλυγουντιανή περιπέτεια. Αυτό που θέλω να πω είναι πως πρέπει να υπάρχει μια ισορροπία.
Ε: Τι θα συμβουλεύατε ένα νέο άνθρωπο που ενδιαφέρεται να ασχοληθεί με τη σκηνοθεσία;
Α: Το καλό είναι πως πλέον η τεχνολογία έχει προοδεύσει και υπάρχουν μικρές κάμερες που κοστίζουν λίγο. Πιστεύω πως πρέπει να εκμεταλλευτούν αυτή την τεχνολογία. Στο μεταξύ όμως, ο καθένας πρέπει να είναι εξαιρετικά προσεκτικός, καθώς μπορεί αυτού του είδους η τεχνολογία να έχει κάνει ευκολότερη την κινηματογράφηση, ωστόσο αυτή η ευκολία μπορεί να παρασύρει στο να γυριστούν σκηνές που τελικά δεν θα αξίζουν. Μπορούμε λοιπόν να κερδίσουμε από αυτή την ευκολία που μας παρέχει η τεχνολογία, αλλά πρωτίστως πρέπει να μένουμε πιστοί σε αυτό που αρχικά είχαμε σκεφτεί να δημιουργήσουμε. Καθότι υπάρχουν πάρα πολλές εικόνες στον κόσμο έτοιμες να κινηματογραφηθούν και επειδή ο καθένας πρέπει να πουλήσει τις δικές του ξεχωριστές εικόνες προκειμένου να επιβιώσει, οφείλει να είναι σίγουρος για αυτό ακριβώς που θέλει να δημιουργήσει. Επιπλέον, πάρα πολλές από αυτές τις εικόνες είναι τυποποιημένες, κανονιστικές. Ένας δημιουργός πρέπει να προσπαθήσει να διαλύσει αυτή την κανονικότητα, να κοιτάξει παραπέρα, να βγάλει κάτι διαφορετικό μέσα από το καθετί, κάτι που βλέπει μόνο εκείνος. Και φυσικά δεν πρέπει να κινείται βάση της αγοράς, της εμπορικότητας. Το καλύτερο είναι να γυρνάμε τις ταινίες μας και στη συνέχεια να ελπίζουμε πως η ίδια η αγορά θα έρθει σε εμάς. Διαφορετικά θα αναπαράγουμε κλισέ τα οποία έχουμε δει χιλιάδες φορές, ξανά και ξανά. Ε: Και αφού αρχικά σας ευχαριστήσω για το χρόνο που διαθέσατε, θα ήθελα να μου απαντήσετε σε μία τελευταία ερώτηση. Ποια είναι τα σχέδια σας για το μέλλον;
Α: Αυτή την περίοδο εργάζομαι πάνω στις δύο επόμενες δουλειές μου, με την πρώτη να είναι και πάλι ντοκιμαντέρ. Πρόκειται για την ιστορία ενός ανθρώπου -καλλιτέχνη σε τσίρκο ο οποίος έμεινε παράλυτος έπειτα από ένα ατύχημα στο Τζιμπουτί της Αφρικής και θα ταξιδέψει στη Μόσχα για να υποβληθεί σε μια νέα θεραπεία. Αυτή η θεραπεία έχει να κάνει με το μυϊκό σύστημα και το πώς μπορεί να ανακτηθεί η λειτουργία του, ακόμη και σε ένα σώμα που δε μπορεί να ελέγξει την σπονδυλική στήλη. Μέσα από αυτή τη διαδικασία θα επιχειρήσουμε ένα ταξίδι εξερεύνησης στη μνήμη του σώματος, μια και αυτός ο άνθρωπος έχει την ανάμνηση της κίνησης μέσα στο σώμα του- η κίνηση άλλωστε ήταν ολόκληρη η ζωή του. Αναφορικά με το δεύτερο project που έχω στα σκαριά, αυτό θα είναι μια ταινία μυθοπλασίας, -η πρώτη μου: ένα γαλλικό αστυνομικό φιλμ με όλα τα απαραίτητα twists.

