ΑΡΧΙΚΗ arrow CINEMA arrow Η ΨΥΧΗ ΣΤΟ ΣΤΟΜΑ
Η ΨΥΧΗ ΣΤΟ ΣΤΟΜΑ Η ΓΛΩΣΣΑ ΚΟΚΚΑΛΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΚΑΙ ΚΟΚΚΑΛΑ ΤΣΑΚΙΖΕΙ Εκτύπωση
Αξιολογήστε το κείμενο:
(3 ψήφοι)
Συντάκτης: Ευδοκία Καλαμίτση   
27.02.07
Μπορεί η ταινία του να έκανε αίσθηση στο περσινό φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, όμως οι ελληνικές εταιρίες διανομής την φοβήθηκαν και αποφάσισαν να την αποκλείσουν από τις αίθουσες. Όταν όμως το φεστιβάλ των Κανών – γεγονός πολύ σπάνιο – επέλεξε το «Με την Ψυχή στο Στόμα» στο επίσημο πρόγραμμα του έδωσε και το διαβατήριο για την διανομή στην Ελλάδα, από την πάντα τολμηρή «Filmtrade». Ο Γιάννης Οικονομίδης, μετά την επιτυχία του «Σπιρτόκουτου» μας φέρνει για δεύτερη φορά αντιμέτωπους με την ωμή ελληνική πραγματικότητα, όπου ένας μεσήλικας εργαζόμενος προσπαθεί να τα βγάλει πέρα με επαγγελματικές, οικογενειακές και κοινωνικές υποχρεώσεις. Πρωταγωνιστούν, μεταξύ άλλων ο Ερρίκος Λίτσης και ο Κώστας Ξυκομηνός που μίλησαν για την εμπειρία που λέγεται «Η Ψυχή στο Στόμα».

Συνεντεύξεις στην Ευδοκία Καλαμίτση


Ευδοκία Καλαμίτση: Γιατί αυτή η ταινία είναι διαφορετική από τις υπόλοιπες που γυρίζονται στην Ελλάδα;
Ερρίκος Λίτσης: Καταρχήν δε μοιάζει με καμία από όσες έχω δει εγώ μέχρι σήμερα στον ελληνικό κινηματογράφο. Δε μοιάζει ούτε στη θεματολογία του, ούτε σκηνοθετικά και πολύ περισσότερο υποκριτικά. Με αυτό το βλέμμα θεωρώ ότι είναι κάτι τελείως διαφορετικό.

Ε.Κ.: Δηλαδή έχει να προσφέρει κάτι καινούριο στο κινηματογραφικό τοπίο;
Ε.Λ.: Όποιος θέλει να το δει θα το δει, είναι κάτι καινούριο. Κάτι καινούριο όχι με τα κινηματογραφικά δεδομένα, αλλά με τα ελληνικά δεδομένα. Με την έννοια ότι προσπαθεί να έχει τα στάνταρ αυτού που λέμε Ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Όχι ότι είναι μια ταινία που προσπαθεί να είναι καλή για ελληνική ταινία, όχι ένα καλό για ελληνικό αλλά ένα καλό ελληνικό φιλμ (το επαναλαμβάνει). Ελληνικό όσον αφορά τη θεματολογία, τη γλώσσα του, μια πολύ καλή ταινία.

Ε.Κ.: Και υποκριτικά; Γιατί είπες ότι διαφέρει υποκριτικά.
Ε.Λ.:  Υποκριτικά γιατί προσπαθούμε όλοι να παίξουμε ως ηθοποιοί του κιν/φου και όχι ως ηθοποιοί της τηλεοράσεως.
Κώστας Ξυκομηνός: Κι εγώ πιστεύω ότι είναι κάτι διαφορετικό γιατί. ..Καταρχήν γιατί ακόμα και σ’αυτό που λέμε production, παραγωγή, είναι πολύ προσεγμένος ο ήχος, έχει γίνει φοβερή δουλειά , με φοβερό μεράκι με τέχνη, η φωτογραφία. Χρησιμοποιήθηκε high definition σε πολύ καλή ανάλυση αλλά έκανε φοβερή δουλειά και ο διευθυντής φωτογραφίας ο Κατσαίτης σε συνεργασία με τον Γιάννη. Δηλαδή το χρώμα της ταινίας δείχνει και το χρώμα των συναισθημάτων των ηρώων. Και αυτή την πόλη. Δηλαδή κατά κάποιο τρόπο Γιάννης μετά το Σπιρτόκουτο έβγαλε την κάμερα του λίγο έξω στην πόλη αλλά αποσπασματικά. Το γκρι των πολυκατοικιών, το γκρι της Αθήνας, την εγκατάλειψη μιας πλατείας στα δυτικά προάστια Η ιδιαιτερότητα αυτής της ταινίας εγώ πιστεύω είναι κιόλας το θέμα της. Ο ελληνικός κιν/φος σπάνια πήγαινε να φωτίσει πλευρές της εργατικής τάξης. Συνήθως δεν ήταν γοητευτικοί αυτοί οι ήρωες για το ελληνικό σινεμά. Πάντα γυρόφερνε γύρω από δικηγόρους, αρχιτέκτονες, σπουδαγμένους ή πήγαινε στο περιθώριο. Στο περιθώριο είτε γύρω από drugs είτε στο rock n roll περιθώριο, γύρω από τα Εξάρχεια δες Νικολαίδη κι όλα αυτά. Αλλά ποτέ δεν είχε φωτίσει όπως άλλες Ευρωπαικές  ταινίες έχουν φωτίσει την τάξη αυτών των ανθρώπων που ναι μεν …δεν είναι επιλογή τους να είναι στο περιθώριο αλλά το ίδιο το σύστημα τους οδηγεί στο περιθώριο, αν μιλήσουμε με παλιούς όρους στριμωγμένους στη γωνία χωρίς να μπορούν να αντιδράσουν όπως παλιά που κάποτε έβγαιναν στους δρόμους , υπήρχαν κινητοποιήσεις, διεκδικήσει κτλ. Τώρα είναι στριμωγμένοι στη γωνία, εγκλωβισμένοι και δεν μπορούν να εκφραστούν, τους έχουν συνθλίψει οι καταστάσεις όλες, είτε αυτό λέγεται δάνειο, η εργασία τους κτλ. Όλα αυτά η ταινία τα θίγει. Και πόσο ευάλωτοι είναι αυτοί οι άνθρωποι. Και ας μην ξεχνάμε με δυο παραδείγματα παγκόσμια , και ο Στάλιν και ο Χίτλερ, από τις λαικές μάζες πήραν εξουσία και έγινα δύο σκληρά καθεστώτα. Τώρα υποκριτικά γιατί διαφέρει. Γιατί ο Γιάννης είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις Ελλήνων σκηνοθετών που κατεβάζει αυτό που λέμε μέθοδο στις πρόβες. Έχει μέθοδο. Έχει το προσχέδιο, έχει τους ηθοποιούς του και μέσα από αυτοσχεδιασμούς ξεδιπλώνεται το σενάριο και οι διάλογοι. Μέσα από επίπονους, πολλές ώρες αφιέρωσης και αυτοσχεδιασμούς . Και φτάνουμε σε σημείο εμείς οι ηθοποιοί που συνεργαζόμαστε με τον Οικονομίδη να μην παίζουμε το ρόλο, να γινόμαστε ο ρόλος. Μεταμορφωνόμαστε σιγά σιγά χωρίς να το έχουμε καταλάβει.

Ε.Κ.: Μιλήστε μου λίγο για το σενάριο και τη διαδικασία που ακολουθήσατε.
Ε.Λ.: Υπήρχε ένα treatment, γραμμένο από το Γιάννη [Οικονομίδη], με περιγραφή των σκηνών πάνω στις οποίες καλούμαστε να  παίξουμε όπως τις καταλαβαίνουμε εμείς. Είτε παικτικά, είτε το πώς μιλάνε αυτοί οι άνθρωποι και -όπως προανέφερε κι ο Κώστας- μέσα από μια σειρά δοκιμών, αυτοσχεδιασμών και με την καθοδήγηση πάντα του Γιάννη.
Κ.Ξ.: Πάντα ο Γιάννης έχει την υψηλή επιστασία. Είναι ο μαέστρος. Που μοιράζει ρόλους, φέρνει βιολιά, κοντραμπάσα… Αλλά για αυτό και στο Σπιρτόκουτο πολλοί πίστευαν ότι είναι ένας αυτοσχεδιασμός. Όχι, από πίσω έχει 8μηνες πρόβες, όπως και η Ψ.Σ.Σ. Έχει επί μήνες πρόβες από πίσω. Είναι σαν τον καμβά που τον φέρνει ο Γιάννης με το σχέδιο και αφήνει εμάς τους ηθοποιούς να ζωγραφίσουμε μετά.
Ε.Λ.: Αυτός ο καμβάς μας αρέσει κι εμάς. Είναι αυτονόητο αυτό. Μας εμπνέει ως ηθοποιούς, καλλιτέχνες. Είμαστε συνδημιουργοί και όχι απλά εκτελεστές κάποιου σεναρίου, κάποιου ρόλου, κάποιου διαλόγου που είναι ήδη γραμμένοι σε ένα χαρτί. Εμείς οι ίδιοι γεννάμε τα λόγια, τα βιώνουμε και καταλαβαίνουμε γιατί πρέπει να μιλάμε έτσι και όχι όπως σε κάθε ταινία. Έχει να κάνει με τους ήρωες. Και για να φτάσουμε σε ένα θέμα το οποίο έχει σχολιαστεί αρκετά, στη γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Οικονομίδης. Στην ουσία δεν είναι η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο ίδιος, για να το διευκρινίσουμε αυτό και να γίνει κατανοητό. Είναι η γλώσσα που μιλάνε οι ήρωες της ταινίας. Δηλαδή αν μιλούσαν Κινέζικα, δε σημαίνει ότι ο Οικονομίδης μιλάει Κινέζικα. Το ότι αυτοί μιλάνε με βωμολοχίες, δε σημαίνει ότι ο Οικονομίδης και εμείς οι συνεργάτες του μιλάμε με βωμολοχίες, ή ότι θέλαμε να κάνουμε ένα σενάριο που θα έχει βωμολοχίες. Οι ήρωες όμως είναι οι άνθρωποι που βωμολοχούν. Δεν είναι κάποιο τρικ. Δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς πιστευτός. Να αναπαραστήσουμε δηλαδή σωστά την ελληνική κοινωνία χωρίς να χρησιμοποιήσουμε αυτή τη γλώσσα.
Κ.Ξ.:Τον Γιάννη τον απασχολεί η γλώσσα της βίας και η βία που η γλώσσα έχει. Το λέει και η γνωστή παροιμία «Η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει». Έχουμε ζήσει μια ενόχληση από θεατές. Και η τέχνη έχει στοιχεία από την πραγματικότητα και τα μεγεθύνει γιατί κάτι θέλει να δείξει. Είναι η γλώσσα των ηρώων. Η μέθη της εξουσίας, η διαστροφή αυτού που γεννάει. Η ταινία έχει πολλά επίπεδα. Πολλές αναγνώσεις.
Ε.Λ.: Η ταινία σοκάρει όχι επειδή ακούγονται πολλές χυδαιότητες αλλά επειδή οι ήρωες τις εννοούν. Στην τηλεόραση, επειδή ακούγονται ως καλαμπούρι περνάνε αλλιώς. Εδώ η βρισιά δεν έχει την έννοια του καλαμπουριού, έχει μια αλήθεια.
Κ.Ξ.: Υπάρχει επίσης μια επαναληπτικότητα. Έτσι, εμεις παίζουμε σε πολλές χορδές για να βγει όλο αυτό. Η εμμονή αυτή δείχνει το πόσο φτωχό είναι το λεξιλόγιό τους, η γλώσσα έχει περιοριστεί απίστευτα. Και αυτό είναι ο καθρέπτης της κοινωνίας. Όσοι κολλάνε σε αυτό, βρίσκουν το δέντρο και χάνουν το δάσος. Η ταινία λοιπόν θίγει και το θέμα της παιδείας, του κρυφορατσισμού, της ηδονής της εξουσίας.

Ε.Κ.: Οι σκηνές που είχαν βία πόσο εύκολες ήταν για σας;
Ε.Λ.: Καθόλου. Οι πρόβες κράτησαν σχεδόν ένα χρόνο. Όταν ήρθε η στιγμή της βίας ο Κώστας ήταν έτοιμος να την ασκήσει και εγώ έτοιμος να την υποστώ. Σαν τον αθλητή που έχει προπονηθεί. Ήταν δύσκολο. Το αποτέλεσμα όμως μας ευχαρίστησε, τη δείξαμε πειστικά. Και τονίζω ότι αυτό ήρθε μέσα από μια πορεία ενός χρόνου. Ξέραμε τι θέλαμε και το κατακτήσαμε.
Κ.Ξ.: Στη σκηνή της έντονης βίας και ενώ το είχαμε κάπως στο μυαλό μας, δε σας κρύβω ότι παρόλο που είμαστε φίλοι αδερφικοί, παρασύρθηκα. Υποκριτικά ήταν πολύ καλό, αλλά μετά είχα την ανάγκη να ξαναποκτήσω την επαφή με το φίλο μου.

Ε.Κ.: Έχουν οι ρόλοι σας κοινά με την δική σας πραγματικότητα;
Ε.Λ.: Όσοι ρόλοι έχω παίξει κουβαλάνε στοιχεία και της δικής μου πραγματικότητας. Κι εγώ έχω υποστεί ταλαιπωρία. Και εγώ έχω υποστεί τις συνέπειες της εξουσίας στην καθημερινότητά μου. Όπως π.χ. όταν με σταματά ένας μπάτσος ή είμαι μπροστά σε έναν υπάλληλο της εφορίας. Και ο στρατός είναι γεμάτος τέτοια περιστατικά. Άλλωστε η ταινία είναι βασισμένη στο Βουτσεκ, ένα έργο όπου ένας στρατιώτης βιώνει πολλές ταπεινώσεις.
Κ.Ξ.: Εμένα με έχει βοηθήσει πάρα πολύ η παρατήρηση, το να παρατηρώ ανθρώπους στο δρόμο. Παίζει ρόλο και η φαντασία. Οπότε η ικανότητα συνδυασμού αυτών των στοιχείων από έναν ηθοποιό, οδηγεί στην επιτυχημένη ερμηνεία. Είναι σαν να έχεις πολλά μικρά κουτάκια τα οποία ανοίγουν όταν παίζεις και μετά τα ξανακλείνεις.

Ε.Κ.: Μέσα σε ένα χρόνο προετοιμασίας τι πήρατε τελικά σε υποκριτικό επίπεδο;
Ε.Λ.: Η «σχολή» του Γιάννη είναι το καλύτερο σχολείο υποκριτικής για μένα, χωρίς να μειώνω καθόλου όλα όσα έμαθα δίπλα στον Παναγιωτόπουλο, τον Γκορίτσα, την Ευαγγελάκου και άλλους.
Κ.Ξ.: Με το Γιάννη ανακάλυψα πολλούς νέους τρόπους υποκριτικής. Δούλεψα με έναν σκηνοθέτη που είχε μέθοδο. Πιστεύω πολύ στη δουλειά. Και στο ταλέντο, αλλά περισσότερο στη δουλειά. Με το Γιάννη ανοίχτηκαν κάτι ορίζοντες.

Ε.Κ.: Είπατε και οι δυο ότι η ταινία ζωγραφίζει μια πραγματικότητα. Ποια είναι η θέση της ταινίας; Εσείς ως ηθοποιοί πήρατε μια θέση απέναντι σε αυτούς τους ανθρώπους;
Ε.Λ.: Εγώ μπορώ και κατανοώ αυτό τον κόσμο. Καταλαβαίνω τι είναι αυτό που κάνει αυτούς τους ανθρώπους να μιλούν έτσι, να ασκούν βία. Αγάπησα αυτούς τους ανθρώπους. Δεν ήθελα να είμαι απλά καταγγελτικός. Αυτή νομίζω ότι είναι και η ματιά του Οικονομίδη.
Κ.Ξ.: Νομίζω ότι ταινίες όπως αυτή ή το Σπιρτόκουτο δεν έχουν καταγγελτική στάση. Δεν καταλήγουν σε ηθικά διδάγματα. Κι εγώ, ακόμα και το τέρας τον τοκογλύφο, τον είδα με αγάπη. Ο καθένα κουβαλά τον Γολγοθά του.
Ε.Λ.: Κι αυτοί οι άνθρωποι που τους αποκάλεσα τέρατα είναι τόσο τέρατα, όπως αυτοί για τους οποίους ακούμε στις ειδήσεις.

Ε.Κ.: Με βάση τις αντιδράσεις που είχε η ταινία στα φεστιβάλ πώς πιστεύετε ότι θα αντιδράσει το κοινό όταν βγει η ταινία στις αίθουσες;
Ε.Λ.: Αν ο θεατής καταφέρει να ξεπεράσει το σοκ της λεκτικής επίθεσης θα απολαύσει μια καλή ταινία. Πρέπει να δεχτεί ότι έχει να κάνει με ανθρώπους που μιλούν έτσι. Είναι κατανοητό σαν ιστορία: ένας ταλαίπωρος άνθρωπος που ταλαιπωρείται στο εργασιακό του περιβάλλον.
Κ.Ξ.: Ο Οικονομίδης κάνει βιωματικό σινεμά. Αυτό που βλέπει ο θεατής μέσα στην αίθουσα τον συγκλονίζει. Πρέπει να κάτσει να σκεφτεί, να προβληματιστεί. Κάνει εσχατολογικό σινεμά. Μιλά για πράγματα που θα συμβούν σε μια δεκαετία. Φωτίζει τα μελλούμενα. Κάνει πολιτικό σινεμά σε εποχές που κυριαρχεί το ψυχαγωγικό. Ο κόσμος θέλει να γελάσει.
Ε.Λ.: Η ταινία του Γιάννη είναι από τις καλύτερες που έχει να παρουσιάσει ο ελληνικός κιν/φος και δεν θα μαυρίσει το θεατή. Όπως κάποιος διαβάζει κόμικ έτσι μπορεί να διαβάσει και ένα σοβαρό λογοτεχνικό έργο. Το ίδιο συμβαίνει και με τις ταινίες.
Κ.Ξ.: Το χιούμορ της ταινίας πηγάζει από το γεγονός ότι οι ήρωες είναι δραματικά πρόσωπα αλλά έχουν άγνοια της κατάστασής τους.

 

Κάτι παραπάνω από …άμεση ήταν η ανταπόκριση του κοινού κατά το πρώτο τετραήμερο προβολής της ταινίας και όσοι βρέθηκαν το προηγούμενο Σαββατοκύριακο στον κινηματογράφο “MIKROKOSMOS PRINCE- FILMCENTER”  (όπου και προβάλλεται κατ’ αποκλειστικότητα στην Αθήνα) έζησαν καταστάσεις πρωτόγνωρες για τα ελληνικά κινηματογραφικά δεδομένα. Από την Πέμπτη, όταν και ξεκίνησε η προβολή, όχι μόνο η χωρητικότητας 200 θέσεων αίθουσα υπήρξε (σχεδόν πάντα) γεμάτη, αλλά και όσοι δεν κατάφεραν να εξασφαλίσουν εισιτήριο …γέμισαν το φουαγιέ, απολαμβάνοντας  την ομαδική έκθεσης κόμικς με θέμα "ΒΙΑ ΣΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ" από τους συντελεστές του περιοδικού Κόμικς και Επιστημονικής Φαντασίας "9" της "Ελευθεροτυπίας" (καθημερινά 18:00-24:00, για όσο καιρό προβάλλεται «Η ΨΥΧΗ ΣΤΟ ΣΤΟΜΑ»). Τα συνολικά εισιτήρια το τετραήμερο έφτασαν τα 2.285, αριθμός που ασφαλώς αποτελεί ρεκόρ για τον κινηματογράφο και ελπίζουμε να υπάρξει και ανάλογη συνέχεια…
 
Copyright © 2006-2012 CINEMaD. Developed by Nuevvo.